Taxibeat: Το πλάνο για νέες υπηρεσίες μεταφορών και ο «πόλεμος» με το ΣΑΤΑ

0

Η Taxibeat κλείνει τον Μάιο τα τέσσερα χρόνια «ζωής», ωστόσο το νέο όραμα του συνιδρυτή και διευθύνοντος συμβούλου της Νίκου Δρανδάκη είναι να μην παραμείνει μία «απλή», σύγχρονη εταιρεία ταξί – στην πραγματικότητα η Taxibeat δεν διατηρεί ιδιόκτητο στόλο, άρα δεν θεωρείται εταιρεία ταξί αυτή καθ’ εαυτή, αλλά να γίνει μία εταιρεία που θα κάνει τις πόλεις στις οποίες λειτουργεί πιο αποτελεσματικές.

Αυτό ανέφερε μιλώντας στο 7ο Startup Grind Athens που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τρίτης στο InnovAthens.

Σε μία συζήτηση που «πυροδοτήθηκε» από ερωτήσεις σχετικά με την είσοδο της Uber στην Αθήνα, αλλά και από το λανσάρισμα της υπηρεσίας Boxi από την Taxibeat, o Νίκος Δρανδάκης έδωσε μερικά «ψήγματα» από το πλάνο της εταιρείας να μετατραπεί σε έναν ολοκληρωμένο φορέα μεταφοράς προσώπων και πραγμάτων – όπως είναι η σχετική τάση και στο εξωτερικό – εκμεταλλευόμενη τη δύναμη της τεχνολογίας και την άνοδο της «διαμοιρασμένης οικονομίας».

«Ένα χαρακτηριστικό των εταιρειών του χώρου μας (σσ. της τεχνολογίας) είναι ότι μετεξελίσσονται. Δραστηριοποιούμενοι στην αγορά του ταξί και συλλέγοντας δεδομένα για να μπορέσουμε να συντονίσουμε έναν στόλο, αναπτύσσουμε τεχνογνωσία που μπορεί να αξιοποιηθεί και σε άλλα πράγματα για να δημιουργηθεί μία πιο αποτελεσματική πόλη. Με το Boxi μαθαίνουμε πώς να βγάζουμε έξω όχι επαγγελματίες αλλά ιδιώτες και χτίζουμε την τεχνογνωσία για το πώς να τους συντονίσουμε. Σχεδιάζουμε να λανσάρουμε και νέες υπηρεσίες, έρχονται πολλά πράγματα στο μέλλον. Δεν θα μείνουμε στην αγορά ταξί», τόνισε.

Για την πιθανότητα το Taxibeat να δημιουργούσε μία υπηρεσία μεταφοράς προσώπων με ιδιώτες οδηγούς και όχι επαγγελματίες – στο πρότυπο του uberX – o Νίκος Δρανδάκης ανέφερε πως «δεν θα το απέκλεια. Αν υπήρχε ανάγκη στην αγορά για διαφορετικού είδους μεταφορές και δοθέντος ότι το επέτρεπε ή έστω το ‘χώραγε’ ο νόμος θα ήμασταν οι πρώτοι που θα το κάναμε».

Μάλιστα, τόνισε ότι και ο ίδιος όταν πληροφορήθηκε την επικείμενη είσοδο της Uber στην Αθήνα ανέμενε το λανσάρισμα των υπηρεσιών uberX ή UberBLACK και όχι τη συνεργασία με υφιστάμενους οδηγούς ταξί. «Δεν ξέρω γιατί πήγαν μόνο με ταξί. Ενδεχομένως να αλλάξουν στο μέλλον», ήταν μία χαρακτηριστική αποστροφή του.

Σε ό,τι αφορά στον ανταγωνισμό με την υπηρεσία της Uber, τόνισε πως αυτή την στιγμή «δεν αντιμετωπίζουμε τόσο πολύ ανταγωνισμό. Έχουμε μία πολύ σημαντική θέση στην αγορά που δεν μπορεί να ανταγωνιστεί η Uber, η οποία ούτως ή άλλως δεν δίνει πολύ μεγάλο ‘βάρος’ στις περιφερειακές αγορές. Το ίδιο συμβαίνει και στην Βραζιλία ή στο Περού, που η Uber δεν είναι τόσο μεγάλη», ενώ πρόσθεσε πως «στο τέλος της ημέρας αυτό που έχει σημασία (σσ. για το ποια υπηρεσία θα διαλέξει ο Έλληνας χρήστης) είναι από ποιον θα εξυπηρετηθεί καλύτερα. Έχουμε χτίσει μία ισχυρή σχέση προσφοράς και ζήτησης που κανένας ανταγωνιστής δεν μπορεί να επιτύχει. Αν ξεπεράσεις ένα συγκεκριμένο κατώφλιο κυριαρχίας στην αγορά είναι δύσκολο να ξεπεράσει ο ανταγωνιστής». Παραδέχτηκε, πάντως, πως σε περίπτωση που η Uber αρχίσει να «παίρνει στα σοβαρά» την ελληνική αγορά, τότε θα είναι δύσκολος ο ανταγωνισμός. «Δεν μπορείς να ανταγωνιστείς τέτοιους ‘παίκτες’ στην αγορά σου. Πρέπει να βρεις ένα ‘niche’, ένα μέρος της αγοράς, και να γίνεις τόσο μεγάλος ώστε να σε εξαγοράσει ή να μεγαλώσεις την αγορά αυτή», ανέφερε, αλλά ξεκαθάρισε πως «δεν σκεφτόμαστε να πουλήσουμε, δεν είναι σενάριο για εμάς. Στις δύο αγορές που είμαστε πάμε πολύ καλά».

Για την αγορά της Αθήνας ο Νίκος Δρανδάκης ανέφερε ότι στα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας της, η εταιρεία κάθε χρόνο τριπλασίαζε τα δρομολόγια που γίνονταν μέσω της εφαρμογής της. Σήμερα, η αύξηση αυτή έχει πέσει στο διπλάσιο κάθε χρόνο, αλλά μέσα στο 2015 η αύξηση διατηρείται σε 10-12% από μήνα σε μήνα. Αυτό που θεωρεί σημαντικό ο ίδιος είναι ότι οι ρυθμοί αυτοί επιτυγχάνονται παρά την οικονομική κρίση και χωρίς να επενδύονται πολλά κεφάλαια σε ενέργειες μάρκετινγκ ή δημοσίων σχέσεων: το 60-70% των νέων εγκαταστάσεων της εφαρμογής προέρχεται από το «word of mouth», οι χρήστες πληροφορούν άλλους χρήστες για την αξία της υπηρεσίας. Στην αγορά της Λίμα, πρωτεύουσα του Περού, όπου η εταιρεία συμπλήρωσε 1 χρόνο λειτουργίας τις προηγούμενες εβδομάδες, η Taxibeat έχει φθάσει να κάνει τον ίδιο αριθμό δρομολογίων που πραγματοποιεί στην Αθήνα μετά από τέσσερα χρόνια λειτουργίας. Αυτό εξηγείται, σύμφωνα με τον Ν. Δρανδάκη, από το γεγονός ότι στην Λίμα υπάρχουν 200.000 ταξί όταν στην Αθήνα ο αντίστοιχος αριθμός είναι μόλις 15.000. Ο συνιδρυτής της Taxibeat αποκάλυψε, μάλιστα, πως η Αθήνα είναι ήδη μία κερδοφόρος αγορά για την εταιρεία, ενώ η Λίμα αναμένεται να γίνει κερδοφόρος μέσα στο επόμενο τρίμηνο. Με αυτά τα δεδομένα βιωσιμότητας, και έχοντας αποσυρθεί από τις υπόλοιπες αγορές στις οποίες δραστηριοποιείτο, η Taxibeat δεν «κυνηγά» πλέον εξωτερικές επενδύσεις στον ίδιο βαθμό (συνολικά η εταιρεία έχει «σηκώσει» γύρω στα 8 εκατ. δολ.), αν και όπως τόνισε ο Ν. Δρανδάκης ένας νέος γύρος χρηματοδότησης θα πρέπει να αναμένεται μέχρι τέλος του χρόνου για να συνοδευθεί με μία νέα επέκταση στο εξωτερικό, σε αγορές με τα χαρακτηριστικά της Λίμα (ανοιχτή αγορά ταξί, μεγάλος αριθμός οδηγών, υποανάπτυκτες υποδομές μεταφορών, άσχημη φήμη της αγοράς ταξί).

Πάντως, η είσοδος της Uber στην ελληνική αγορά ήταν καλοδεχούμενη από την Taxibeat, τόνισε ο Νίκος Δρανδάκης, καθώς ο «θόρυβος» που δημιουργήθηκε αύξησε την ενημέρωση του επιβατικού κοινού για τους νέους τρόπους που η τεχνολογία μπορεί να τους εξυπηρετήσει στην κλήση ταξί. «Ο ‘θόρυβος’ από την είσοδο της Uber μας βοήθησε και πιστεύω θα μας βοηθήσει και στο μέλλον. Ο πραγματικός μας ανταγωνιστής είναι η συνήθεια του κόσμου να καλεί ένα ταξί με το χέρι και πλέον ο κόσμος μαθαίνει ότι υπάρχει και το mobile. Η συνήθεια αυτή κτίζεται σε βάθος χρόνους και κάθε ανταγωνιστής που εισέρχεται μεγαλώνει την αγορά», τόνισε.

Εξελίξεις που εγείρουν το ζήτημα του ανταγωνισμού με τους παραδοσιακούς επαγγελματίες ή εταιρείες ταξί. «Στην αρχή μας αγνόησαν, μετά μας απείλησαν και τώρα μας αντιγράφουν», τόνισε ο Ν. Δρανδάκης αναφερόμενος στην ανακοίνωση του Συνδικάτου Αυτοκινητιστών Ταξί Αττικής ότι θα δημιουργήσει τη δική του εφαρμογή κλήσης και διαχείρισης ταξί, ένας είδος Taxibeat. «Τα ραδιοταξί δεν τους θεωρούμε αντίπαλο δέον για να συγκρουστούμε μαζί τους. Θεωρούμε ότι εμείς είμαστε το μέλλον σε αυτή την αγορά. Δεν μας ενδιαφέρει να τους αντιμετωπίσουμε».

Ο Νίκος Δρανδάκης έκανε, μάλιστα, και μία σημαντική αποκάλυψη – για πρώτη φορά δημοσίως – για τον «πόλεμο» που διαδραματίζεται στο «παρασκήνιο» μεταξύ της εταιρείας και του ΣΑΤΑ. Όπως ανέφερε, η Taxibeat δέχθηκε τις παραμονές των περασμένων Χριστουγέννων την «επίσκεψη» της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, προκειμένου να διερευνήσουν, με εντολή εισαγγελέα, κατά πόσον η εταιρεία παρέχει ή προετοιμάζει υπηρεσία ιδιωτικών μετακινήσεων, όπως αυτές που παρέχει στο εξωτερικό η Uber. Η Δίωξη κατήσχε μάλιστα και τους υπολογιστές στα γραφεία της Taxibeat δημιουργώντας προβλήματα στη λειτουργία της εταιρείας τις επόμενες ημέρες εν μέσω μίας σημαντικής προωθητικής ενέργειας. Ο συνιδρυτής του Taxibeat ανέφερε πως η «έφοδος» της Δίωξης εικάζεται από την εταιρεία πως πραγματοποιήθηκε μετά από καταγγελία του ΣΑΤΑ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ανάλογες «φασαρίες» αλλά και «πολεμική ρητορική» διατηρεί το ΣΑΤΑ απέναντι και στην Uber, καθώς σύμφωνα με ανακοινώσεις του ίδιου του Συνδικάτου, έχει εισβάλλει σε συνάντηση των στελεχών του ελληνικού γραφείου της αμερικανικής εταιρείας με συνεργαζόμενους οδηγούς, ενώ ακόμα και στις πιο πρόσφατες ανακοινώσεις του Συνδικάτου η Uber αναδεικνύεται ως ο μεγάλος εχθρός.

Τα δεδομένα, ανακεφαλαιώνοντας, έχουν ως εξής: Η Taxibeat προτίθεται να επεκταθεί σε νέες υπηρεσίες, ενώ είναι ανοιχτή και στο να εισάγει ένα μοντέλο τύπου uberX ή uberPOP όταν το ρυθμιστικό πλαίσιο ή ανάγκες της αγοράς το επιτρέψουν ή το ζητήσουν. H Uber δραστηριοποιείται ήδη στην ελληνική αγορά και θα πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι και εκείνη θα επιχειρήσει να εισάγει ένα πιο «διασπαστικό» μοντέλο όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Το ΣΑΤΑ πλέον έχει αντιληφθεί τη ζήτηση που έχουν οι υπηρεσίες των δύο εταιρειών και αφού δεν κατάφερε να καταστείλει τη λειτουργία τους (αφού άλλωστε δεν κινούνται εκτός του νομικού πλαισίου) μπαίνει στη «μάχη» της τεχνολογίας ευελπιστώντας να κρατήσει τους οδηγούς υπό το δικό του έλεγχο, αλλά θα πρέπει να θεωρείται περισσότερο από σίγουρο ότι οποιαδήποτε ρύθμιση που θα επιτρέψει μη αδειοδοτημένους επαγγελματίες να πραγματοποιήσουν μεταφορικό έργο θα προκαλέσει αντιδράσεις πολύ μεγαλύτερες από ό,τι έχουμε δει ήδη.

Με τα λίγα λόγια που αφιέρωσε ο Νίκος Δρανδάκης για τα μελλοντικά πλάνα της εταιρείας, γίνεται αντιληπτό ότι στόχος είναι η εταιρεία να μετατραπεί σε έναν μεγαλύτερο οργανισμό υπηρεσιών μεταφορών όχι μόνο προσώπων αλλά και πραγμάτων. Η τάση των «on-demand» παραδόσεων είναι σημαντική στο εξωτερικό με εταιρείες τόσο παραδοσιακές τεχνολογικές όπως Google και Amazon όσο και νέες startups όπως η Uber να εισάγει η κάθε μία το δικό της μοντέλο, ενώ στην Ελλάδα οι πληροφορίες του Startupper.gr αναφέρουν ότι οι παραδοσιακοί «παίκτες» της αγοράς κούριερ έχουν αντιδράσει στην υπηρεσία Boxi της Taxibeat.

Τέσσερα χρόνια μετά την εισαγωγή του Taxibeat και του μοντέλου του στην ελληνική αγορά μετακινήσεων, φαίνεται πως ακόμη βρισκόμαστε στο «επεισόδιο» νούμερο 1.

Share.

About Author

Με θεωρητικό υπόβαθρο σε Επικοινωνία και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ο Δημήτριος στα μέσα της τρίτης δεκαετίας ζωής του είναι senior editor στην Delta Press, την media company που διαχειρίζεται τα διαδικτυακά επιχειρηματικά πόρταλ EMEA.gr και Startupper.gr. Επικεντρώνεται κυρίως στην τεχνολογία και στην ψηφιακή οικονομία και καταγράφει εκτενώς τα οικοσυστήματα επιχειρηματικότητας, startups και επενδύσεων της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Comments are closed.