Μόλις δύο μήνες μετά την επιτυχημένη εισαγωγή του πρώτου της venture fund στο χρηματιστήριο, η Robinhood ετοιμάζεται για το επόμενο μεγάλο βήμα της. Η εταιρεία έχει ήδη καταθέσει εμπιστευτική αίτηση εγγραφής (confidential registration) για το RVII, ένα τυπικό ρυθμιστικό βήμα που της επιτρέπει να προχωρήσει τη διαδικασία έγκρισης πριν κάνει τις λεπτομέρειες γνωστές στο ευρύ κοινό.
Σε αντίθεση με το πρώτο της fund, το οποίο διαθέτει μερίδια σε 10 late-stage εταιρείες (όπως οι Airwallex, Boom, Databricks, ElevenLabs, Mercor, OpenAI, Oura, Ramp, Revolut και Stripe), το RVII θα «ανοίξει» τη βεντάλια του, επενδύοντας σε startups που βρίσκονται σε στάδιο ανάπτυξης (growth-stage) και σε αρχικό στάδιο (early-stage).
Πρόκειται για μια σημαντική διαφοροποίηση, καθώς οι early-stage startups είναι νεότερες και ενέχουν μεγαλύτερο ρίσκο, αλλά ταυτόχρονα προσφέρουν την προοπτική για πολύ υψηλότερες αποδόσεις. Προς το παρόν, σύμφωνα με σχετικό blog post της εταιρείας, δεν έχει καθοριστεί ο στόχος άντλησης κεφαλαίων για το RVII. Αξίζει να σημειωθεί ότι για το πρώτο της fund, η Robinhood στόχευε στο 1 δισ. δολάρια, ωστόσο τελικά συγκέντρωσε μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια λιγότερα.
Παρά το γεγονός ότι δεν έπιασε τον αρχικό στόχο άντλησης, το πρώτο fund έχει καταγράψει εξαιρετική πορεία. Το RVI – το ticker του πρώτου fund της Robinhood στο NYSE – έκανε το ντεμπούτο του στις αρχές Μαρτίου στα 21 δολάρια ανά μετοχή και από τότε έχει υπερδιπλασιαστεί, κλείνοντας τη Δευτέρα στα 43,69 δολάρια. Αυτή η άνοδος αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στον ενθουσιασμό της αγοράς για τις προοπτικές της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) που προσφέρουν οι startups του χαρτοφυλακίου της.
Η κεντρική φιλοσοφία και των δύο funds επιχειρεί να λύσει ένα χρόνιο πρόβλημα: τον αποκλεισμό των απλών πολιτών από τις επενδύσεις σε startups. Βάσει των ομοσπονδιακών κανόνων των ΗΠΑ, μόνο «πιστοποιημένοι» επενδυτές (accredited investors) —δηλαδή όσοι έχουν καθαρή θέση άνω του 1 εκατ. δολαρίων ή ετήσιο εισόδημα άνω των 200.000 δολαρίων— μπορούν να επενδύσουν σε ιδιωτικές εταιρείες.
Αυτός ο περιορισμός κρατούσε ιστορικά τους απλούς επενδυτές μακριά από τα πρώτα και πιο προσοδοφόρα στάδια ανάπτυξης μιας εταιρείας. Το RVI και τώρα το RVII σχεδιάστηκαν για να το αλλάξουν αυτό, επιτρέποντας στον οποιονδήποτε να επενδύσει σε ένα portfolio ιδιωτικών startups μέσω ενός απλού χρηματιστηριακού λογαριασμού (brokerage account).
Η καθημερινή ρευστότητα σημαίνει ότι οι μετοχές μπορούν να αγοραστούν ή να πουληθούν οποιαδήποτε ημέρα είναι ανοιχτή η αγορά, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά VC funds όπου τα κεφάλαια «κλειδώνονται» για χρόνια.
Η απουσία “carry” σημαίνει ότι η Robinhood δεν κρατάει ποσοστό από τα κέρδη των επενδύσεων, όπως συνηθίζουν οι συμβατικές εταιρείες venture capital.
Τα τελευταία χρόνια, οι πολυτιμότερες AI startups μετατράπηκαν από πρώιμα στοιχήματα σε εταιρείες αξίας δεκάδων ή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σχεδόν όλη αυτή η υπεραξία δημιουργήθηκε στις ιδιωτικές αγορές, μακριά από τα χέρια των περισσότερων επενδυτών.
Το όραμα του Tenev, όμως, όπως αναφέρει το TechCrunch, πηγαίνει ακόμα πιο μακριά: «Η φιλοδοξία είναι, αν είσαι μια εταιρεία που “σηκώνει” έναν γύρο Seed και έναν γύρο Series A —δηλαδή τα πρώτα κεφάλαια— οι μικροεπενδυτές (retail) να αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του γύρου, όπως συμβαίνει τώρα στις δημόσιες αγορές. Θα πρέπει να αφήσουμε αυτούς τους ανθρώπους να μπουν από το “ισόγειο”, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν από αυτή τη δυνητική υπεραξία που δημιουργείται όλο και περισσότερο στις ιδιωτικές αγορές».
