Επιτακτική είναι η ανάγκη για περισσότερη επαγρύπνηση στον τομέα της κυβερνοασφάλειας στη χώρα μας, καθώς σύμφωνα με νέα έρευνα της Kaspersky η Ελλάδα διαθέτει το πιο επικίνδυνο διαδικτυακό περιβάλλον διεθνώς.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μέχρι στιγμής το 2024, οι λύσεις της Kaspersky κατόρθωσαν να προστατεύσουν τους χρήστες στην Ελλάδα από πάνω από 15 εκατομμύρια διαδικτυακές απειλές.
Ωστόσο, το πρόβλημα φαίνεται να είναι γενικό, καθώς οι παγκόσμιες τάσεις δείχνουν ότι οι νέες ανιχνεύσεις κακόβουλου λογισμικού αυξήθηκαν κατά 14% το 2024, φτάνοντας τα 467.000 δείγματα καθημερινά.

«Τα στατιστικά αυτά επιβεβαιώνουν τις προηγούμενες προειδοποιήσεις μας ότι η αγορά μας γίνεται εξίσου ελκυστική με τις παγκόσμιες αγορές για τους κυβερνοεγκληματίες. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η αυξανόμενη εξάρτηση από διαδικτυακές υπηρεσίες και αγορές που διευκολύνουν την καθημερινότητα, απαιτούν από τους χρήστες του διαδικτύου στη χώρα μας αυξημένη προσοχή και ενημέρωση ώστε να παραμείνουν ασφαλείς. Για τις επιχειρήσεις, είναι απαραίτητη η επαρκής προστασία των εταιρικών υποδομών», σχολίασε ο Βασίλης Βλάχος, Channel Manager της Kaspersky για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η Ελλάδα 1η ως προς την έκθεση σε κακόβουλο λογισμικό
Όπως αναφέραμε και παραπάνω κατά τη διάρκεια του 2024, η Ελλάδα κατέλαβε την πρώτη θέση παγκοσμίως στις χώρες με τον υψηλότερο κίνδυνο μόλυνσης στο διαδίκτυο, σύμφωνα με στοιχεία του Kaspersky Security Network, τα οποία συγκεντρώθηκαν από ανώνυμους χρήστες. Ο δείκτης κινδύνου βασίζεται στη συχνότητα ενεργοποίησης της λειτουργίας Web Anti-Virus στις συσκευές των χρηστών της Kaspersky, αποκλειστικά λόγω κακόβουλου λογισμικού.
Ειδικότερα, τα προϊόντα της Kaspersky μπλόκαραν 15.249.312 διαδικτυακές απειλές, 715.838 γενικά exploits, 583.904 επιθέσεις από password stealers και 422.395 περιπτώσεις spyware, οι οποίες ήταν 10 φορές περισσότερες σε σχέση με πέρυσι.
Την ίδια ώρα, υπήρξαν 117.329 ανιχνεύσεις financial και banking κακόβουλου λογισμικού, οι οποίες ήταν 10 φορές περισσότερες σε σχέση με το 2023, ενώ εντοπίστηκαν και 25.650 επιθέσεις ransomware, οι οποίες ήταν επίσης 10 φορές αυξημένες σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Επιπλέον, καταγράφηκε αύξηση 21,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος στις απόπειρες επιθέσεων μέσω του πρωτοκόλλου Remote Desktop Protocol (RDP), το οποίο επιτρέπει στους εργαζομένους να συνδέονται απομακρυσμένα στους εταιρικούς υπολογιστές τους. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για ενισχυμένα μέτρα προστασίας από τις επιχειρήσεις, ειδικά σε μια περίοδο όπου η τηλεργασία έχει καθιερωθεί και στην Ελλάδα.
Τι ισχύει για τους μεμονωμένους χρήστες
Η ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τις παγκόσμιες τάσεις γίνεται επίσης ευκρινέστερη παρατηρώντας ότι οι χρήστες της εφαρμογής SubsCrab στην Ελλάδα ξοδεύουν κατά μέσο όρο 748 ευρώ για συνδρομές σε διαδικτυακές υπηρεσίες, χρησιμοποιώντας 7,1 τέτοιες υπηρεσίες ανά άτομο. Στο top 5 της λίστας παγκόσμιων υπηρεσιών με τους περισσότερους συνδρομητές βρίσκεται το Netflix, το Spotify, το Disney+, το YouTube Premium και το Google One. Το ποσοστό αυτό είναι ελαφρώς χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο των €895 για 12 τέτοιες υπηρεσίες.
Τα αρνητικά στατιστικά
Παράλληλα, μία έρευνα που πραγματοποιήθηκε φέτος τον Μάρτιο με τη συμμετοχή περισσότερων από 1.000 ατόμων στην Ελλάδα ανέδειξε τη συχνά λανθασμένη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών, με το 46% των ερωτηθέντων να επιβεβαιώνει (ή να υποθέτει) ότι είχε πέσει θύμα παρακολούθησης μέσω κάποιας μορφής τεχνολογίας (13% μέσω εφαρμογής κινητού, 10% μέσω μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε κάμερα web και 9% μέσω εφαρμογής σε φορητό υπολογιστή).
Το 31% των χρηστών στην Ελλάδα έχουν βιώσει κάποια μορφή παρενόχλησης από άτομο με το οποίο έβγαιναν ραντεβού
Ένας στους 3 (31%) ερωτηθέντες ανέφερε ότι είχε αντιμετωπίσει κάποια μορφή παρενόχλησης από σύντροφό του. Πιο συγκεκριμένα, το 16% των ερωτηθέντων δήλωσαν έλαβαν ανεπιθύμητα email, SMS ή μηνύματα στα social media. Το 7% αντιμετώπισε παρακολούθηση της τοποθεσίας χωρίς συναίνεσή, ενώ το 6% ανέφερε φωτογράφηση ή ηχογράφηση χωρίς συναίνεση. Ακόμα, το 6% των χρηστών δήλωσαν αντιμετώπισαν χακάρισμα των λογαριασμών τους στα social media ή του email τους.
Από την άλλη, το 5% των χρηστών ανέφεραν ότι έπεσαν θύματα φυσικής παρακολούθησης, ενώ το 3% είχαν εγκατεστημένο κάποιο λογισμικό ή εργαλείο παρακολούθησης στο τηλέφωνό τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Ποιες είναι οι επιπτώσεις για τις εταιρείες
Αναφορικά με τις επιχειρήσεις, αναλυτική έρευνα που πραγματοποίησε η Kaspersky φέτος τον Οκτώβριο σε 27 αγορές παγκοσμίως αποκάλυψε ενδιαφέροντα στοιχεία. Πάνω από τις μισές (51%) ανέφεραν ότι έγινε απόπειρα πρόσβασης από κακόβουλο λογισμικό στο δίκτυό τους, και μία στις πέντε (19%) υπέστη κλοπή δεδομένων. Το ποσοστό αυτό παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας — ενώ 11% των μεγάλων επιχειρήσεων υπέστη διαρροές δεδομένων σε κυβερνοεπιθέσεις, αυτό ήταν πολύ πιο συχνό στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (28%), κάτι που δείχνει ότι οι μεγάλες εταιρείες επενδύουν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους στην προστασία των δεδομένων τους σε σύγκριση με τις μικρότερες.
Το κόστος αυτών των επιθέσεων το 2024, που περιλαμβάνει τα άμεσα έξοδα και το κόστος αποκατάστασης, ξεπέρασε θεαματικά τα 2 εκατομμύρια δολάρια για το 65% των μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ο αντίκτυπος ήταν επίσης σημαντικός, με τα δύο τρίτα (68%) να αναφέρουν ότι τα έξοδα ξεπέρασαν τα 50.000 δολάρια. Σχεδόν όλες οι εταιρείες που υπέστησαν κυβερνοεπιθέσεις (99%) ανέφεραν αναστάτωση σε διάφορες δραστηριότητες (42% στην επικοινωνία, 40% στο αυτοματοποιημένο μάρκετινγκ, 35% στην πελατειακή υποστήριξη και 32% στον σχεδιασμό ή την παραγωγή προϊόντων), επισημαίνοντας περαιτέρω την κρισιμότητα της προσπάθειας για αποκατάσταση.
Παρόλα αυτά, μόνο το 10% των εταιρειών προστατεύουν όλους τους εταιρικούς σταθερούς υπολογιστές τους, και μόλις το 8% τα εταιρικά κινητά τηλέφωνα, αφήνοντας μεγάλο περιθώριο εκμετάλλευσης στους κυβερνοεγκληματίες. Παράλληλα με τα κενά στην προστασία των υποδομών, μόνο το 58% των μεγάλων και το 46% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων χρησιμοποιούν επαγγελματικές υπηρεσίες εκπαίδευσης για τους εργαζομένους τους, καθιστώντας τις ευάλωτες στην εκμετάλλευση ανθρώπινου λάθους κατά τη διάρκεια επιθέσεων. Αυτό υποστηρίζουν και δεδομένα, βάσει των οποίων το 34% των επιτυχημένων επιθέσεων περιλάμβαναν συνειδητές ή ασυνείδητες ενέργειες εργαζομένων.
«Ενώ τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν τη σοβαρότητα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες, είναι ενθαρρυντικό ότι, για πρώτη φορά, το 100% των εταιρειών αναφέρουν ότι εφαρμόζουν (ή σχεδιάζουν ενεργά να εφαρμόσουν) προστασία endpoint για να θωρακίσουν τις υποδομές τους. Αν οι εταιρείες προσεγγίσουν με την ίδια σοβαρότητα τη διαχείριση των κινδύνων που προκύπτουν από ανθρώπινο παράγοντα, μέσω της κατάλληλης εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των εργαζομένων, θα μπορέσουν να επικεντρωθούν περισσότερο στις δραστηριότητες και τους στόχους τους με λιγότερες διακοπές», πρόσθεσε ο Βασίλης Βλάχος.
Άλμα 20% στις πωλήσεις της Kaspersky το 2024
Η πορεία της Kaspersky ξεκίνησε το 1997 από τον ιδιοκτήτη της, Eugene Kaspersky και σήμερα έχει φτάσει να δραστηριοποιείται σε 6 ηπείρους και περισσότερες από 200 χώρες και περιοχές.
Η εταιρεία προσφέρει λύσεις και υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας, προστατεύοντας επιχειρήσεις και ιδιώτες. Ταυτόχρονα, συμμετέχει σε κοινά εγχειρήματα και έρευνες για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο με την παγκόσμια κοινότητα ασφάλειας στην πληροφορική, διεθνείς οργανισμούς όπως η INTERPOL, ελεγκτικές αρχές και εθνικούς CERTs και SOCs παγκοσμίως.
Αυτή τη στιγμή έχει στο δυναμικό της περίπου 5.000 άρτια καταρτισμένους ειδικούς και 220.000 εταιρικούς πελάτες σε όλο τον κόσμο, ενώ έχει 1 δισ. συσκεύες υπό την προστασία της.
Το 2024 οι πωλήσεις της Kaspersky κατέγραψαν αύξηση 20%, ενώ ο αριθμός τιμολογημένων πελατών σημείωσε άνοδο της τάξης του 25%.
Για το νέο έτος η εταιρεία αναμένει διατήρηση του επιτυχημένου SMB GTM, αλλά και ανάπτυξη στρατηγικών συνεργασιών και πλήρη αξιοποίηση πόρων. Επίσης, σκοπεύει να δώσει έμφαση στο έμφαση στην προώθηση λύσεων Enterprise (Industrial Cybersecurity).
