Καθώς η βιομηχανία της μόδας «παλεύει» με τα αναγκαστικά ή επιβαλλόμενα μέτρα βιωσιμότητας και των απορριμμάτων της παραγωγής, μια νέα αγορά έχει αρχίσει ήδη να αναδύεται: αυτή της μεταπώλησης του κάθε είδους stock. Με τους καταναλωτές να αναζητούν όλο και περισσότερο «μεταχειρισμένες» επιλογές, οι λιανοπωλητές βρίσκονται μπροστά σε μια σημαντική ευκαιρία να μετατρέψουν το απούλητο ή επιστρεφόμενο απόθεμα σε κερδοφόρα περιουσιακά στοιχεία ενώ παράλληλα δημιουργούνται και σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Αυτή η αλλαγή όχι μόνο αντιμετωπίζει τις περιβαλλοντικές ανησυχίες, αλλά ευθυγραμμίζεται επίσης με τις μεταβαλλόμενες αξίες των καταναλωτών, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων γενιών και ειδικά της GenZ που δίνουν προτεραιότητα στη βιωσιμότητα.
Η παγκόσμια αγορά μεταχειρισμένων ενδυμάτων αναμένεται να διπλασιαστεί σε μέγεθος στα 351 δισ. δολάρια έως το 2027, σύμφωνα με τη Statista, υπογραμμίζοντας την επείγουσα ανάγκη για τις επιχειρήσεις να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Οι μάρκες μόδας, όσο μεγάλες ή υψηλού κύρους είναι, δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να αγνοούν αυτήν την τάση. Πρέπει να την αγκαλιάσουν ως βασικό στοιχείο της στρατηγικής τους μια και η αγορά μεταπώλησης δεν είναι απλώς ένα βοηθητικό κανάλι, αλλά μια σημαντική ευκαιρία για ανάπτυξη και δέσμευση των πελατών.
Η «επανάσταση» της μεταπώλησης
Η άνοδος της μεταπώλησης οφείλεται κυρίως στους καταναλωτές και όχι στους λιανοπωλητές, σηματοδοτώντας μια απόκλιση από την παραδοσιακή δυναμική του λιανικού εμπορίου. Μια έκθεση του 2020 από το thredUP αποκάλυψε ότι το 52% των αγοραστών σχεδίαζε να αυξήσει τις δαπάνες του για μεταχειρισμένα προϊόντα τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτό το καταναλωτικό κίνημα δείχνει μια θεμελιώδη αλλαγή στην αγοραστική συμπεριφορά, με πολλούς να επιλέγουν μεταχειρισμένα αντικείμενα έναντι των καινούργιων.
Οι γίγαντες λιανικής όπως η Amazon και η Walmart αξιοποιούν ήδη αυτήν την τάση ενσωματώνοντας επιλογές μεταπώλησης στις προσφορές τους. Μάρκες όπως η Lululemon και η Neiman Marcus έχουν επίσης εισέλθει στο χώρο, αναγνωρίζοντας ότι η αγνόηση της αξίας της μεταπώλησης θα μπορούσε να σημαίνει απώλεια μεριδίου αγοράς από ανταγωνιστές ή και νέες επιχειρήσεις.
Startups που ηγούνται του χώρου
Αρκετές Startups δραστηριοποιούνται ήδη πετυχημένα στη συγκεκριμένη αγορά παρέχοντας λύσεις και πλατφόρμες τόσο για καταναλωτές όσο και για καθιερωμένες επιχειρήσεις λιανικής και brands. Το ενδιαφέρον στην υπόθεση είναι ότι οι περισσότερες έχουν την έδρα τους στην Ευρώπη, η οποία ούτως ή άλλως είναι στο επίκεντρο της μόδας.
ReFlaunt: Ιδρύθηκε το 2018, η ReFlaunt είναι ηγέτιδα στη λεγόμενη τεχνολογία μεταπώλησης ως υπηρεσία, προσφέροντας στα brands ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό οικοσύστημα για τη μεταπώληση ειδών μόδας. Οι υπηρεσίες της περιλαμβάνουν τη δημιουργία επώνυμων πλατφορμών μεταπώλησης και τη διαχείριση πωλήσεων του όποιου αποθέματος για λογαριασμό τρίτων. Συγκεκριμένα, έχει συνεργαστεί με μάρκες υψηλού προφίλ όπως η Balenciaga και η COS, προσεγγίζοντας πάνω από 50 εκατομμύρια χρήστες σε 27 αγορές.
Reverse Supply: Αυτή η Startup παρέχει μια λύση «λευκής ετικέτας» που βοηθά τις μάρκες μόδας να εισέλθουν στην κυκλική οικονομία, επιτρέποντάς τους να πωλούν μεταχειρισμένα προϊόντα μέσω των δικών τους πλατφορμών. Η προσέγγισή τους δίνει έμφαση στη βιωσιμότητα και τη συμμόρφωση με τις πολιτικές της Ε.Ε., δημιουργώντας παράλληλα πρόσθετους διαύλους εσόδων για τις μάρκες.
Arrive: Ειδικευμένη στη διαχείριση επιστροφών που δεν μπορούν να πωληθούν, η Arrive προσφέρει μια λύση recommerce «λευκής ετικέτας» που μετατρέπει τις επιστροφές σε έσοδα για τις μάρκες. Επί του παρόντος έχει ένα μεγάλο μερίδιο στην αγορά μεταπώλησης επώνυμων προϊόντων, συνεργαζόμενη με αξιοσημείωτες εταιρείες όπως η DÔEN και η tentree.
The NOLD: Η Startup με έδρα τη Βουλγαρία αξιοποιεί την τεχνολογία AI για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας μεταπώλησης για τους καταναλωτές της Gen Z. Με την ενσωμάτωση μαρκών στο οικοσύστημά της αλλά και μέσω ειδικής επεξεργασίας δεδομένων, η The NOLD στοχεύει να βελτιώσει την εμπειρία των πελατών, παρέχοντας παράλληλα στις μάρκες πληροφορίες σχετικά με τις τάσεις μεταπώλησης.
Vopero: Λειτουργώντας κυρίως μέσω μιας εφαρμογής στη Λατινική Αμερική, η Vopero επικεντρώνεται σε μεταχειρισμένα ρούχα και αξεσουάρ. Έχει σηκώσει 10 εκατ. δολάρια μέχρι σήμερα για να επεκτείνει τις δραστηριότητές της και να αυξήσει την αναγνωρισιμότητα της, έχοντας επεξεργαστεί πάνω από 1 εκατ. απούλητα ρούχα.
Επανεξετάζοντας τα επιχειρηματικά μοντέλα και οι ευκαιρίες
Για να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά την αγορά μεταπώλησης, οι λιανοπωλητές μόδας πρέπει να επανεξετάσουν εκ βάθρων τα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Αυτό περιλαμβάνει το σχεδιασμό προϊόντων με γνώμονα τη μακροζωία και τις δυνατότητες μεταπώλησης. Οι μάρκες γρήγορης μόδας θα αντιμετωπίσουν μια ιδιαίτερη πρόκληση εδώ, καθώς τα προϊόντα τους συχνά σχεδιάζονται για γρήγορο κύκλο ζωής και όχι για ανθεκτικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, η μεταπώληση του όποιου στοκ προσφέρει ένα διπλό όφελος: μειώνει τα απόβλητα ενώ προωθεί παράλληλα βαθύτερες σχέσεις μεταξύ λιανοπωλητών και καταναλωτών. Ενώ το παραδοσιακό μοντέλο λιανικής πώλησης συχνά τελειώνει στο σημείο πώλησης, η μεταπώληση ενθαρρύνει τη συνεχή δέσμευση, επιτρέποντας στους πελάτες να επιστρέψουν αντικείμενα για μεταπώληση ή να τα ανταλλάξουν για κάποια πίστωση ή έκπτωση. Αυτό δημιουργεί έναν κύκλο αξίας που μπορεί να ενισχύσει την αφοσίωση στη μάρκα.
Τέλος, καθώς οι καταναλωτές αποκτούν όλο και μεγαλύτερη περιβαλλοντική συνείδηση, οι μάρκες που συμμετέχουν ενεργά στην αγορά μεταπώλησης μπορούν να ενισχύσουν τα διαπιστευτήριά τους για τη βιωσιμότητα.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια βιομηχανία που συχνά επικρίνεται για τις σπάταλες πρακτικές της και είναι επίσης μια σημαντική ευκαιρία για αυτές να αποκαταστήσουν το όνομά τους.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Startupper MAG #55
