Η Nvidia συνεχίζει να σπάει όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, καθώς η παγκόσμια έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί τη ζήτηση σε νέο επίπεδο. Με έσοδα που αυξήθηκαν κατά 56% το τελευταίο τρίμηνο, η εταιρεία εδραιώνει τη θέση της ως o κορυφαίος προμηθευτής προηγμένων επεξεργαστών για AI εφαρμογές. Ωστόσο, παρά την εκθετική αυτή ανάπτυξη, η Nvidia καλείται να αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις σε αγορές όπως η Κίνα, όπου γεωπολιτικές εντάσεις και ρυθμιστικά εμπόδια περιορίζουν ακόμα τις πωλήσεις της.
Το καθαρό εισόδημα της εταιρείας σημείωσε επίσης σημαντική αύξηση, φτάνοντας τα 26,4 δισεκατομμύρια δολάρια το δεύτερο τρίμηνο, με αύξηση 59% σε σύγκριση με πέρυσι. Τα έσοδα από πωλήσεις στο data center έφτασαν τα 41,1 δισεκατομμύρια δολάρια, υποδεικνύοντας τη συνεχιζόμενη αύξηση της ζήτησης από εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης για τις προηγμένες GPU της εταιρείας.
Η παντοδυναμία της απειλείται από τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Η κυβέρνηση Τραμπ, για μικρό χρονικό διάστημα τον Απρίλιο, απαγόρευσε την πώληση ακόμη και του ειδικά κατασκευασμένου για την Κίνα τσιπ H20. Η εταιρεία είχε αρχικά υπολογίσει την απώλεια σε 8 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα για το τρέχον τρίμηνο. Παρά την ισχυρή της πορεία, τα τελευταία της αποτελέσματα έδειξαν ότι οι πωλήσεις για κέντρα δεδομένων, ο πυρήνας της AI έκρηξης, ήταν οριακά χαμηλότερες από τις προσδοκίες, με μια παγκόσμια ώθηση να κρίνεται πλέον απαραίτητη.
Παρόλα αυτά, η πρόβλεψη της Nvidia για το επόμενο τρίμηνο ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των αναλυτών, ακόμη και χωρίς τις πωλήσεις του H20. Ωστόσο, η κινεζική κυβέρνηση προωθεί τις εγχώριες εταιρείες, όπως η Huawei και η Cambricon Technologies, για να προμηθεύονται τσιπ από το εσωτερικό.
Ακόμη κι αν τα γεωπολιτικά ζητήματα δεν υποχωρήσουν, η NVIDIA προβλέπει έσοδα έως 5 δισεκατομμύρια δολάρια από το τσιπ της για την Κίνα τους επόμενους τρεις μήνες, ένα ποσό πολύ χαμηλότερο από τον προηγούμενο ρυθμό ανάπτυξης. Παρόλα αυτά, η αγορά της Κίνας παραμένει εξαιρετικά πολύτιμη. Ο Jensen Huang εκτιμά ότι η αγορά της Κίνας αποτελεί μια ευκαιρία 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με ετήσια ανάπτυξη 50%.
