Η Κίνα ακολουθεί μια διαφορετική στρατηγική στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, εστιάζοντας σε πρακτικά, φθηνά και άμεσα εφαρμόσιμα εργαλεία AI που ενσωματώνονται στην καθημερινή ζωή και σε διάφορους βιομηχανικούς κλάδους, αντί για τη δαπάνη δισεκατομμυρίων στην αναζήτηση της Τεχνητής Γενικής Νοημοσύνης (AGI) όπως γίνεται στη Silicon Valley στις ΗΠΑ.
Η κινεζική ηγεσία, υπό τον Πρόεδρο Xi Jinping, έχει προωθήσει την ανάπτυξη AI με στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας και την ταχεία εμπορευματοποίηση. Παραδείγματα εφαρμογών είναι η βαθμολόγηση εξετάσεων, η υποστήριξη αγροτών στην εναλλαγή καλλιεργειών, η βελτίωση προγνώσεων καιρού και η βοήθεια στη διάγνωση ασθενειών. Στην πόλη επίδειξης Σιουνγκάν, τα εργαλεία AI χρησιμοποιούνται στην αστυνομία, στη γεωργία και σε δημόσιες υπηρεσίες. Υπάρχουν επίσης καινοτόμα έργα όπως το νοσοκομείο με AI του Πανεπιστημίου Τσίνγκχουα και τα «σκοτεινά» εργοστάσια που λειτουργούν με ελάχιστη ανθρώπινη επίβλεψη.
Η Κίνα στηρίζει την προσέγγισή της με ισχυρή κρατική χρηματοδότηση, με ένα ταμείο AI ύψους περίπου 8,4 δισ. δολαρίων το 2025, και συνολικές επενδύσεις που αναμένονται να φτάσουν έως και 98 δισ. δολάρια, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από το δημόσιο τομέα. Η κυβερνητική πρωτοβουλία “AI+” στοχεύει στην ενσωμάτωση της τεχνολογίας στην επιστήμη, τη βιομηχανία και την κυβέρνηση έως το 2030. Επιπλέον, η Κίνα αξιοποιεί ανοικτά μοντέλα (open source) για να μειώσει το κόστος και να επιταχύνει τη διεθνή υιοθέτηση.
Ενώ οι ΗΠΑ εστιάζουν στην επίτευξη της AGI με τεράστια επενδυτικά ποσά και το “Manhattan Project” για την AI, η Κίνα επιλέγει μια πιο ρεαλιστική και σταθερή προσέγγιση, αξιοποιώντας τις σημερινές δυνατότητες της AI για άμεσα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Σύμφωνα με ειδικούς, αν η AGI επιτευχθεί σύντομα, οι αμερικανικές τεχνολογίες μπορεί να αποκτήσουν προβάδισμα, αλλά αν παραμείνει εκτός προσέγγισης, η Κίνα είναι πιθανό να προηγηθεί αξιοποιώντας τις υπάρχουσες εφαρμογές AI
Η ταχεία υιοθέτηση της AI στην Κίνα αναμένεται να αυξήσει την παραγωγικότητα και να ενισχύσει την οικονομική ανάπτυξη, προσθέτοντας επιπλέον 0,2-0,3 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ έως το 2030.
