Οι 20 Mega-xρηματοδοτήσεις που μεταμόρφωσαν το ελληνικό Startup οικοσύστημα – Part 2

Αυτό το ρεπορτάζ του Startupper MAG εστιάζει στους 20 μεγαλύτερους μεμονωμένους γύρους χρηματοδότησης που ανακοινώθηκαν την τελευταία καθοριστική πενταετία.

Newsroom
22'

Της ομάδας του Startupper MAG

 

Η πενταετία που διανύουμε θα καταγραφεί στην ιστορία του ελληνικού Startup οικοσυστήματος ως η περίοδος μια απότομης θα λέγαμε ωρίμανσης, με το 2021 να αποτελεί το έτος της απόλυτης ευφορίας. Ήταν η χρονιά που «έσπασε» κάθε ρεκόρ, με τις ελληνικές Startups να αντλούν συνολικά κεφάλαια που ξεπέρασαν τα 650 εκατ. ευρώ, ποσό δεκαπλάσιο σε σχέση με λίγα μόλις χρόνια πριν. Η αίσθηση ήταν ότι το οικοσύστημα είχε μπει οριστικά στον παγκόσμιο χάρτη.

Τότε, ήρθε η παγκόσμια «διόρθωση». Η διετία 2022-2023 έφερε τον «χειμώνα» του venture capital, με την αύξηση των επιτοκίων, την πτώση των δημοσίων αγορών τεχνολογίας και το πάγωμα των late-stage γύρων χρηματοδότησης παγκοσμίως. Το ελληνικό οικοσύστημα δεν έμεινε ανεπηρέαστο. Η ροή των κεφαλαίων επιβραδύνθηκε και οι αποτιμήσεις «λογικεύτηκαν».

Όμως, αυτή η κρίση αποδείχθηκε ευεργετική. Αντί για κατάρρευση, είδαμε μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα. Το 2024 αναδείχθηκε σε έτος-κλειδί, όχι τόσο για τον όγκο των deals, όσο για την ποιότητά τους. Οι επενδύσεις, που ξεπέρασαν τα 555 εκατ. ευρώ, ήταν μεγαλύτερες, πιο στοχευμένες και επικεντρωμένες σε εταιρείες με αποδεδειγμένο μοντέλο και διεθνή παρουσία.

Αυτό το ρεπορτάζ του Startupper MAG εστιάζει στους 20 μεγαλύτερους μεμονωμένους γύρους χρηματοδότησης που ανακοινώθηκαν αυτή την καθοριστική πενταετία. Αυτή η λίστα, που κορυφώνεται με την πρόσφατη είδηση-σταθμό, τη χρηματοδότηση-μαμούθ 300 εκατομμυρίων ευρώ της Spotawheel, αποδεικνύει μια τεκτονική αλλαγή: τη μετάβαση του οικοσυστήματος από την κυριαρχία των Seed και Series A γύρων, στους mega-γύρους Series B, C, D και, κυρίως, στα σύνθετα χρηματοδοτικά σχήματα που συνδυάζουν μετοχικό κεφάλαιο (equity) και δανεισμό (debt).

Για τους σκοπούς αυτής της έρευνας, ο ορισμός της «ελληνικής Startup» θα είναι ελαφρώς ελαστικός, ακολουθώντας τα κριτήρια που θέτει και η αγορά: εταιρείες με έδρα στην Ελλάδα ή με ουσιαστική, στρατηγική παρουσία στη χώρα (όπως μεγάλα κέντρα R&D) και με Έλληνες ιδρυτές. Εξαιρούμε συνειδητά περιπτώσεις εταιρειών Ελλήνων της διασποράς χωρίς φυσική παρουσία στη χώρα.

Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι ένα «Brain Drain», αλλά ένα ισχυρότατο «Brain Gain». Εταιρείες παγκόσμιας κλάσης, όπως η Axelera AI, η Deepcure και η Kinvent, που ιδρύθηκαν στο εξωτερικό από Έλληνες, επιλέγουν συνειδητά την Ελλάδα για να στεγάσουν τα κέντρα έρευνας και ανάπτυξής τους, μετατρέποντας τη χώρα από φυτώριο ταλέντων σε τεχνολογικό hub, ενώ αξιοσημείωτη είναι και η «μάχη» που δίνουν τα VCs να μεταφέρουν ή να κρατήσουν τις ομάδες που χρηματοδοτούν στη χώρα του εκάστοτε VC.

Οι παγκόσμιοι ηγέτες του PropTech & FinTech 

Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει μερικά από τα πιο εμβληματικά και αναγνωρίσιμα ονόματα του οικοσυστήματος: Blueground, Viva Wallet, Plum και Hellas Direct. Οι συγκεκριμένες εταιρείες δεν βρίσκονται στη λίστα μας τυχαία. Αποτελούν τους «βετεράνους» της ωρίμανσης, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι μπορούν να προσελκύσουν πολλαπλούς, τεράστιους γύρους χρηματοδότησης (π.χ. Blueground Series C & D, Viva C & D, Plum B & Debt, Hellas Direct). Η παρουσία τους εδώ επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα των μοντέλων τους και την ικανότητά τους να παραμένουν στην κορυφή, προσελκύοντας συνεχώς «έξυπνα» κεφάλαια.

Blueground 

Η Blueground είναι μια παγκόσμια ηγέτιδα στο χώρο του PropTech. Ιδρύθηκε το 2013 από τον Αλέξανδρο Χατζηελευθερίου και τον Αλέξη Μαραγκό, με αποστολή να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο που ζουν οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο.

Η εταιρεία λειτουργεί ένα τεράστιο, επιμελημένο δίκτυο χιλιάδων πλήρως επιπλωμένων και εξοπλισμένων διαμερισμάτων υψηλής ποιότητας. Απευθύνεται κυρίως σε επαγγελματίες και εταιρικούς πελάτες που αναζητούν στέγη για 30 ημέρες ή περισσότερο, προσφέροντας μια «turnkey» λύση που συνδυάζει την ευελιξία με την άνεση ενός σπιτιού.

Η πορεία της Blueground είναι εντυπωσιακή. Ο γύρος Series C των 154 εκατομμυρίων ευρώ (€180 εκατ. δολάρια, συνδυασμός equity και debt) το 2021, με επικεφαλής τη WestCap, αποτέλεσε ορόσημο. Αυτός ο γύρος αποτίμησε την εταιρεία στα 750 εκατομμύρια δολάρια, τοποθετώντας την στην κατηγορία των «soonicorns». Η εταιρεία συνέχισε την επιθετική της ανάπτυξη μέσω στρατηγικών εξαγορών, όπως η βραζιλιάνικη Tabas και η αμερικανική Travelers Haven. Ο νέος γύρος Series D των 40,25 εκατομμυρίων ευρώ τον Μάρτιο του 2024 επιβεβαίωσε την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την πορεία της προς το καθεστώς του «Unicorn». Η Blueground διατηρεί ένα από τα μεγαλύτερα hubs της παγκοσμίως στην Αθήνα.

Viva Wallet

Η Viva Wallet είναι η πρώτη ευρωπαϊκή cloud-based Neobank (Tech Bank) που διαθέτει πλήρη τραπεζική άδεια. Ιδρύθηκε από τον Χάρη Καρώνη και τον Μάκη Αντύπα και αποτελεί την επιτομή της ελληνικής FinTech επιτυχίας αλλά και μιας μεγάλης δικαστικής διαμάχης με το «μεγαθήριο» JP Morgan. 

Αυτό που κάνει είναι να παρέχει μια ενοποιημένη πλατφόρμα πληρωμών (omnichannel) για επιχειρήσεις κάθε μεγέθους. Η καινοτομία της έγκειται στην τεχνολογία «Tap on Any Device», η οποία μετατρέπει οποιαδήποτε Android συσκευή (κινητό ή tablet) σε τερματικό αποδοχής καρτών. Παράλληλα, προσφέρει εταιρικούς λογαριασμούς με τοπικό IBAN, έκδοση καρτών και επιχειρηματικά δάνεια σε 24 ευρωπαϊκές χώρες.

Η πενταετία 2020-2025 ήταν καθοριστική. Το 2020, η Viva σήκωσε 75 εκατομμύρια ευρώ σε γύρο Series C. Το 2021, ακολούθησε ο στρατηγικός γύρος Series D ύψους 80 εκατομμυρίων ευρώ (100 εκατ. δολάρια), με τη συμμετοχή παγκόσμιων κολοσσών όπως η κινεζική Tencent, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) και η Breyer Capital. Αυτοί οι γύροι προετοίμασαν το έδαφος για το deal-ορόσημο του Ιανουαρίου 2022: τη στρατηγική επένδυση (μερική εξαγορά του 48,5%) από την JP Morgan, ύψους 800 εκατ. Αυτή η συμφωνία αποτίμησε τη Viva Wallet πάνω από 1,5 δισ. ευρώ, χρίζοντάς την επίσημα τον πρώτο «μονόκερο» (Unicorn) του ελληνικού τεχνολογικού οικοσυστήματος αλλά όχι με θετική έκβαση μια και οι δύο πλευρές διαφώνησαν για την αποτίμηση της Viva και κατέληξαν στα δικαστήρια, με την ελληνική fintech να κερδίζει τις δίκες. 

Plum

Η Plum είναι μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες FinTech εφαρμογές «έξυπνης» διαχείρισης χρημάτων στην Ευρώπη. Αν και ιδρύθηκε στο Λονδίνο από τον Βίκτωρα Τροκούδη, η εταιρεία διατηρεί έναν από τους βασικούς τεχνολογικούς της πυλώνες στην Αθήνα, απασχολώντας πάνω από 80 άτομα.

Η εφαρμογή χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για να συνδεθεί με τον τραπεζικό λογαριασμό του χρήστη, να αναλύσει τις συνήθειές του και να αυτοματοποιήσει την αποταμίευση, βάζοντας στην άκρη μικροποσά που ο χρήστης «δεν νιώθει» ότι του λείπουν. Πέρα από την αποταμίευση, η Plum έχει εξελιχθεί σε ένα ολοκληρωμένο εργαλείο πλούτου, προσφέροντας επενδυτικές επιλογές σε μετοχές και funds, διαχείριση προϋπολογισμού και συνταξιοδοτικά προϊόντα.

Η Plum αποδεικνύει την ικανότητά της να αντλεί κεφάλαια με διαφορετικούς τρόπους, γι’ αυτό και μπαίνει δις στη λίστα μας. Τον Ιανουάριο του 2025, έκλεισε γύρο Series B ύψους 19 εκατομμυρίων ευρώ, με τη συμμετοχή του iGrow Venture Capital και της Eurobank. Λίγο αργότερα, στο πρώτο εξάμηνο του 2025, ανακοίνωσε έναν μεγάλο γύρο venture debt ύψους 34,2 εκατομμυρίων ευρώ από τον ισπανικό τραπεζικό γίγαντα BBVA. Η διπλή αυτή στήριξη, τόσο από VCs όσο και από μεγάλες τράπεζες (Eurobank, BBVA), καταδεικνύει την τεράστια εμπιστοσύνη στο μοντέλο της.

Hellas Direct

Η Hellas Direct είναι μια digital-first, full-stack InsurTech εταιρεία, που ιδρύθηκε το 2012 από τους Αλέξη Πανταζή και Αιμίλιο Μάρκου με στόχο να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της παραδοσιακής ασφαλιστικής αγοράς.

Αξιοποιώντας την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη και την προηγμένη ανάλυση δεδομένων, η Hellas Direct προσφέρει ασφαλιστικά προϊόντα (αυτοκινήτου, μηχανής, κατοικίας) απευθείας στον καταναλωτή, χωρίς μεσάζοντες. Το μοντέλο της βασίζεται στην ταχύτητα, την απόλυτη διαφάνεια και τη δίκαιη τιμολόγηση, ενώ έχει λανσάρει και χρηματοοικονομικά εργαλεία όπως το Wallet+.

Η εταιρεία, η οποία ξεπέρασε το φράγμα του 1.000.000 πελατών το 2023, μπαίνει στη λίστα μας με δύο πολύ μεγάλους γύρους. Ο πρώτος, ύψους 32 εκατομμυρίων ευρώ, ανακοινώθηκε το 2020 και είχε τη στρατηγική στήριξη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (EIB). Ο δεύτερος, ένας γύρος Series B ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ, έκλεισε το 2024 με τη συμμετοχή του Phaistos Investment Fund και του ETF Partners. Αυτή η συνεχής χρηματοδοτική στήριξη τροφοδοτεί την επιθετική της επέκταση, με την εταιρεία να λειτουργεί πλέον, εκτός από την Ελλάδα και την Κύπρο, και στην αγορά της Ρουμανίας.

Η επανάσταση του Deep Tech & Space 

Αυτή είναι ίσως η πιο συναρπαστική και ελπιδοφόρα τάση της πενταετίας. Η λίστα των mega-deals αποδεικνύει ότι η Ελλάδα δεν παράγει πλέον μόνο Marketplaces, FinTech και SaaS. Δημιουργεί εταιρείες που ανταγωνίζονται στην παγκόσμια πρωτοπορία του «Deep Tech» (Βαθιάς Τεχνολογίας): από chips τεχνητής νοημοσύνης και logistics του Διαστήματος, μέχρι ανακάλυψη φαρμάκων μέσω AI και προηγμένα υλικά για την αεροδιαστημική. Αυτές οι εταιρείες προσελκύουν στρατηγικούς επενδυτές και κρατικούς φορείς υψίστης σημασίας, όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Καινοτομίας (EIC Fund) και το Ταμείο Καινοτομίας του ΝΑΤΟ (NATO Innovation Fund).

D-Orbit

Η D-Orbit είναι ένας παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα της διαστημικής εφοδιαστικής αλυσίδας και μεταφορών (Space Logistics). Αν και ιδρύθηκε στην Ιταλία το 2011, η εταιρεία απέκτησε ισχυρότατη ελληνική παρουσία και ενσωματώθηκε στο οικοσύστημα μέσω δύο καναλιών: της επένδυσης του ελληνικού Phaistos Fund και της στρατηγικής επιχειρηματικής ένωσης με τον όμιλο Planetek το 2025, ο οποίος διαθέτει ισχυρή παρουσία στην Αθήνα (Planetek Hellas).

Η D-Orbit κατασκευάζει και λειτουργεί το «ION Satellite Carrier», ένα ιδιόκτητο «διαστημικό ταξί» (Orbital Transfer Vehicle – OTV). Το ION αναλαμβάνει να μεταφέρει μικρούς δορυφόρους-πελάτες στην ακριβή τροχιά που επιθυμούν μετά την αρχική εκτόξευση, μειώνοντας δραστικά το κόστος και τον χρόνο που απαιτείται για την ανάπτυξη δορυφορικών σχηματισμών. Επιπλέον, προσφέρει υπηρεσίες In-Orbit Servicing (συντήρηση σε τροχιά) και διαχείρισης διαστημικών «απορριμμάτων».

Ο γιγαντιαίος γύρος χρηματοδότησης Series C ύψους 150 εκατομμυρίων ευρώ το 2024, με συμμετοχή του ιαπωνικού ομίλου Marubeni, του EIC Fund και του Phaistos Fund, δίνει στην εταιρεία τα «καύσιμα» για να κυριαρχήσει στην ταχύτατα αναδυόμενη οικονομία του διαστήματος.

Axelera AI

Η Axelera AI είναι μια εταιρεία ημιαγωγών (fabless) που σχεδιάζει επαναστατικές λύσεις hardware και software για την επιτάχυνση της τεχνητής νοημοσύνης στο «Edge» – δηλαδή, απευθείας πάνω στις συσκευές, αντί να στέλνουν δεδομένα στο cloud. Συνιδρυτής και Chief Technology Officer (CTO) της εταιρείας είναι ο διακεκριμένος Έλληνας ερευνητής Ευάγγελος Ελευθερίου.

Η εταιρεία αναπτύσσει την πλατφόρμα Metis AI, η οποία βασίζεται σε μια καινοτόμο, ιδιόκτητη αρχιτεκτονική (in-memory computing). Αυτή η τεχνολογία επιτρέπει την εκτέλεση πολύπλοκων μοντέλων ΑΙ (όπως η αναγνώριση εικόνας – computer vision) με κορυφαίες επιδόσεις, αλλά με ελάχιστο κόστος και απειροελάχιστη κατανάλωση ενέργειας σε σύγκριση με τις υπάρχουσες λύσεις.

Με έδρα την Ολλανδία, η Axelera AI επέλεξε στρατηγικά την Αθήνα για να δημιουργήσει ένα από τα βασικά της κέντρα Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D). Ο γύρος Series B των 60,82 εκατομμυρίων ευρώ (68 εκατ. δολάρια) που έκλεισε τον Ιούνιο του 2024, με τη στήριξη του EIC Fund, της Samsung Catalyst Fund και της Invest-NL, αποτελεί τη μεγαλύτερη Series B χρηματοδότηση στον κλάδο των ημιαγωγών στην Ευρώπη και θα χρηματοδοτήσει τη μαζική παραγωγή των καινοτόμων chips της.

Deepcure

Η Deepcure είναι μια εταιρεία βιοτεχνολογίας που βρίσκεται στην αιχμή της έρευνας, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη για να επιταχύνει δραματικά την ανακάλυψη νέων φαρμάκων. Συνιδρυτής και CTO της εταιρείας είναι ο Θρασύβουλος Καρύδης, απόφοιτος του MIT.

Η εταιρεία έχει αναπτύξει μια ιδιόκτητη πλατφόρμα ΑΙ η οποία όχι μόνο σχεδιάζει, αλλά συνθέτει και δοκιμάζει εκατομμύρια υποψήφια μόρια φαρμάκων (small molecules) με έναν αυτοματοποιημένο ρομποτικό βραχίονα (wet lab). Στόχος της είναι να ανακαλύψει θεραπείες για ασθένειες και στόχους που μέχρι σήμερα θεωρούνταν «undruggable» (αδύνατο να στοχευθούν φαρμακευτικά).

Με έδρα τη Βοστώνη, το παγκόσμιο κέντρο βιοτεχνολογίας, η Deepcure ανακοίνωσε το 2021 τη δημιουργία νέων, στρατηγικών γραφείων σε Ελλάδα και Ισραήλ, στο πλαίσιο του γύρου Series A 40 εκατομμυρίων δολαρίων (€38M). Αυτό το hub στην Αθήνα  αναπτύσσεται ραγδαία. Η εταιρεία εμφανίζεται ξανά στη λίστα μας με έναν νέο γύρο 22 εκατομμυρίων ευρώ το 2024 , αποδεικνύοντας τη σταθερή πρόοδό της προς την κλινική ανάπτυξη των πρώτων της φαρμάκων.

ICOMAT

Η iCOMAT (Intelligent Composite Automation Technologies) είναι ένα spin-off του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ, με ιδρυτή και CEO τον δρα Ευάγγελο Ζυμπελούδη.

Η εταιρεία έχει αναπτύξει και πατεντάρει μια επαναστατική ρομποτική διαδικασία παραγωγής (Rapid Tow Shearing – RTS). Αυτή η τεχνολογία της επιτρέπει να κατασκευάζει εξαρτήματα από προηγμένα συνθετικά υλικά, όπως τα ανθρακονήματα, τα οποία είναι εξόχως ελαφρύτερα, ισχυρότερα και φθηνότερα στην παραγωγή τους σε σχέση με τις συμβατικές μεθόδους.

Η τεχνολογία της iCOMAT βρίσκει άμεση εφαρμογή σε κλάδους αιχμής όπως η αεροδιαστημική, η άμυνα (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη) και η ελίτ της αυτοκινητοβιομηχανίας (π.χ. Formula 1). Η εταιρεία, με έδρα το Μπρίστολ, διατηρεί γραφείο Έρευνας και Ανάπτυξης στην Αθήνα. Ο γύρος Series A των 20,13 εκατομμυρίων ευρώ (22,5 εκατ. δολάρια) το 2024 είναι τεράστιας στρατηγικής σημασίας, καθώς σε αυτόν ηγήθηκε το αμερικανικό 8VC και το νεοσύστατο Ταμείο Καινοτομίας του ΝΑΤΟ (NATO Innovation Fund).

Η νέα φρουρά του B2B, Health και FoodTech 

Η τελευταία ομάδα εταιρειών της λίστας μας καταδεικνύει την υγιή διαφοροποίηση (diversification) του οικοσυστήματος. Πέρα από τα κυρίαρχα μοντέλα, βλέπουμε την ανάδυση ισχυρών εταιρειών σε εξειδικευμένους κάθετους τομείς: από το HealthTech (Numan, Kinvent) και το νευραλγικό MarTech (Harbor Lab) μέχρι το AI-driven messaging (Connectly) και FoodTech (Stiq). Αυτές οι εταιρείες λύνουν συγκεκριμένα, δύσκολα προβλήματα και κερδίζουν την εμπιστοσύνη κορυφαίων διεθνών επενδυτών.

Connectly.ai

Η Connectly.ai είναι μια πλατφόρμα «συνομιλητικού εμπορίου» (Conversational Commerce) που αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ επιχειρήσεων και πελατών. Ιδρύθηκε από τον Στέφανο Λουκάκο, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Meta (Facebook) επικεφαλής του Messenger, και τον Yandong Liu.

Η πλατφόρμα της Connectly βοηθά τις επιχειρήσεις να μετατρέπουν τις συνομιλίες με τους πελάτες τους σε εφαρμογές όπως το WhatsApp και το Messenger, απευθείας σε έσοδα. Αναπτύσσει AI agents που μπορούν να διαχειριστούν ολόκληρο τον κύκλο ζωής του πελάτη, από το μάρκετινγκ και τις στοχευμένες καμπάνιες μέχρι την ολοκλήρωση πωλήσεων και την υποστήριξη μετά την πώληση.

Με έδρα το Σαν Φρανσίσκο, η εταιρεία διατηρεί ισχυρότατους δεσμούς με την Ελλάδα, έχοντας επιλεγεί στο πρόγραμμα ScaleUp του Endeavor Greece και διατηρώντας μέλη της ιδρυτικής της ομάδας και του R&D της εδώ. Ο γύρος Series A των 17,89 εκατ. ευρώ ανακοινώθηκε το 2024, με τη συμμετοχή του γίγαντα Alibaba Group, της Unusual Ventures και του ελληνικού Marathon Venture Capital.

Kinvent

Η Kinvent είναι μια πρωτοπόρος εταιρεία στον χώρο του HealthTech, η οποία εστιάζει στην αντικειμενική μέτρηση και βελτιστοποίηση της ανθρώπινης κίνησης. Ιδρύθηκε από τον Αθανάσιο Κόλλια, έναν πρώην αθλητή που μετέτρεψε την εμπειρία του σε τεχνολογία.

Η Kinvent αναπτύσσει ένα οικοσύστημα συνδεδεμένων συσκευών (αισθητήρων) που απευθύνεται σε φυσικοθεραπευτές, προπονητές και επαγγελματίες υγείας. Τα προϊόντα της –όπως ψηφιακά δυναμόμετρα, πλατφόρμες ισορροπίας και έξυπνα γωνιόμετρα– μετρούν με ακρίβεια τη δύναμη, την ισορροπία και το εύρος κίνησης, παρέχοντας δεδομένα σε πραγματικό χρόνο για την παρακολούθηση της αποκατάστασης και τη βελτιστοποίηση της αθλητικής απόδοσης.

Αν και η εταιρεία ιδρύθηκε στη Μονπελιέ της Γαλλίας, το πρώτο της γραφείο άνοιξε στη Θεσσαλονίκη το 2017, το οποίο παραμένει ένα νευραλγικό κέντρο R&D για την εταιρεία. Ο γύρος χρηματοδότησης των 15,5 εκατ. ευρώ (16 εκατ. ευρώ) το 2024, με ηγέτη τον γαλλικό επενδυτικό οίκο Eurazeo και τη συνεχή στήριξη του Uni.Fund, στοχεύει στην επιτάχυνση της παγκόσμιας επέκτασής της, με κύριο στόχο την τεράστια αγορά των ΗΠΑ.

Harbor Lab

Η Harbor Lab είναι μια αμιγώς ελληνική εταιρεία MartimeTech (Maritime Technology) που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 2020 από τον Αντώνη Μαλαξιανάκη, ένα στέλεχος με πολυετή εμπειρία στη ναυτιλία.

Η εταιρεία ανέπτυξε μια πλατφόρμα SaaS (Software-as-a-Service) για τον ψηφιακό μετασχηματισμό μιας από τις πιο κρίσιμες, αλλά και παραδοσιακά αναποτελεσματικές, λειτουργίες της ναυτιλίας: τη διαχείριση των «disbursements». Πρόκειται για τα έξοδα που πληρώνει ένα πλοίο κάθε φορά που ελλιμενίζεται (λιμενικά τέλη, πρακτορικά, ρυμουλκά, κ.λπ.). Η πλατφόρμα της Harbor Lab αυτοματοποιεί τον υπολογισμό, τον έλεγχο, τη διαπραγμάτευση και την πληρωμή αυτών των δαπανών, προσφέροντας απόλυτη διαφάνεια και σημαντική εξοικονόμηση κόστους στις ναυτιλιακές εταιρείες.

Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, η εταιρεία έφτασε να διαχειρίζεται πάνω από 2.000 πλοία στην πλατφόρμα της. Το 2022, σήκωσε έναν από τους μεγαλύτερους Seed γύρους (6,1 εκατ. δολάρια) στην ιστορία της ευρωπαϊκής MarTech. Ο γύρος Series A των 15,1 εκατ. ευρώ (16 εκατ. δολάρια) το 2024, με ηγέτες τους παγκόσμιους επενδυτικούς γίγαντες Atomico και Notion Capital, επιβεβαιώνει την ηγετική της θέση στον ψηφιακό μετασχηματισμό του πυρήνα της ναυτιλίας.

StiQ

Τον Ιούλιο του 2025, το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας γνώρισε μια στιγμή-ορόσημο, καθώς η StiQ.gr, η πρωτοπόρος ελληνική Startup στον χώρο του tech-driven fast casual dining, ανακοίνωσε την εξασφάλιση ενός εντυπωσιακού γύρου χρηματοδότησης ύψους 35 εκατ. ευρώ.

Η είδηση αυτή, ωστόσο, ξεπερνά το ίδιο το ποσό. Η επένδυση είναι ιστορικής σημασίας, καθώς σηματοδοτεί την πρώτη απευθείας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) σε ελληνική νεοφυή επιχείρηση. Η ψήφος εμπιστοσύνης από έναν από τους μεγαλύτερους θεσμικούς επενδυτές της Ευρώπης υπογραμμίζει τη δυναμική της StiQ και την ωριμότητα που επιδεικνύει πλέον το εγχώριο τεχνολογικό τοπίο.

Ο γύρος χρηματοδότησης των 35 εκατ. ευρώ αποτελείται από δύο μέρη: μια χρηματοδότηση 20 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, μέσω του προγράμματος InvestEU, και επιπλέον 15 εκατ. ευρώ από διεθνή family offices.

Η StiQ ιδρύθηκε μόλις το 2022 από τον Κωνσταντίνο Δάβαρη, έναν επιχειρηματία ήδη γνωστό στο οικοσύστημα ως ιδρυτή και CEO της επιτυχημένης scale-up FlexCar και τον Νίκο Θεοδωρόπουλο

Η εταιρεία δραστηριοποιείται στον ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο του FoodTech, επαναπροσδιορίζοντας το «fast casual dining». Λειτουργεί ένα υβριδικό μοντέλο που συνδυάζει φυσικά καταστήματα με «cloud kitchens» (επαγγελματικές κουζίνες που εξυπηρετούν αποκλειστικά online παραγγελίες). Μέσω δημοφιλών brands όπως τα Protein Garden, Dinas, Healthy Concept και Leafy, η StiQ προσφέρει υγιεινά, ποιοτικά και προσιτά γεύματα, διαθέσιμα μέσω delivery και take away.

Αυτό που διαφοροποιεί τη StiQ είναι η βαθιά ενσωμάτωση της τεχνολογίας. Η πλατφόρμα της αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη (AI) για την πρόβλεψη της ζήτησης, τη δυναμική διαμόρφωση των μενού, τη βελτιστοποίηση των αποθεμάτων και την έξυπνη δρομολόγηση των παραγγελιών, μειώνοντας τον χρόνο παράδοσης και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Παρά τη σύντομη λειτουργία της (από το 2022), η εταιρεία έχει ήδη διαχειριστεί πάνω από 2 εκατομμύρια παραγγελίες και απασχολεί 200 άτομα, λειτουργώντας 5 μαγειρικούς κόμβους στην Αθήνα με πάνω από 20 brands, ενώ ο στόχος είναι η περαιτέρω επέκταση στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Startupper MAG #67

 

Διαβάστε επίσης: Οι 20 Mega-xρηματοδοτήσεις που μεταμόρφωσαν το ελληνικό Startup οικοσύστημα – Part 1

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο
ΑπόNewsroom
Ακολουθήστε
Tο πρώτο ειδησεογραφικό πόρταλ στην Ελλάδα για τις startups, που αναδεικνύει τα νέα και τη δυναμική του ελληνικού οικοσυστήματος. Εκτός από την καταγραφή του ελληνικού οικοσυστήματος καλύπτει τα τεκταινόμενα και τις διεθνείς τάσεις σε ό,τι αφορά στις startups, τις επενδύσεις, τις νομικές και φορολογικές ρυθμίσεις που αφορούν στα επιχειρηματικά οικοσυστήματα της Ευρώπης και του κόσμου.