Η Revolut, η βρετανική FinTech γίγαντας που άλλαξε τον τρόπο που εκατομμύρια άνθρωποι διαχειρίζονται τα χρήματά τους, ετοιμάζεται να επιβεβαιώσει το status της ως μια από τις πολυτιμότερες ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας του πλανήτη. Σύμφωνα με πληροφορίες από κορυφαία διεθνή μέσα, η εταιρεία στοχεύει σε μια νέα, εντυπωσιακή αποτίμηση που αγγίζει τα 75 δισεκατομμύρια δολάρια, στο πλαίσιο μιας επικείμενης πώλησης μετοχών από υπαλλήλους και πρώιμους επενδυτές. Η κίνηση αυτή, αν και δεν αποτελεί άντληση νέων κεφαλαίων, είναι μια ισχυρή δήλωση προθέσεων και ένα κρίσιμο στοίχημα, καθώς η Revolut συνεχίζει να παλεύει με τις ρυθμιστικές αρχές για την πολυπόθητη βρετανική τραπεζική άδεια.
Η εντυπωσιακή αυτή αποτίμηση, η οποία θα την καθιστούσε τη δεύτερη πολυτιμότερη ιδιωτική εταιρεία τεχνολογίας στην Ευρώπη μετά την Klarna, έρχεται στο πλαίσιο μιας επικείμενης πώλησης μετοχών από υπαλλήλους και πρώιμους επενδυτές. Σύμφωνα με πληροφορίες από τους Financial Times και το Bloomberg, η Revolut συνεργάζεται με την Morgan Stanley για τη διαχείριση μιας πώλησης μετοχών ύψους περίπου 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων. Αυτή η διαδικασία, γνωστή ως secondary share sale, επιτρέπει στους κατόχους μετοχών, κυρίως σε εργαζόμενους που έχουν λάβει stock options, να ρευστοποιήσουν ένα μέρος της συμμετοχής τους πριν την επίσημη δημόσια εγγραφή (IPO) της εταιρείας. Η τιμή που θα επιτευχθεί σε αυτή τη συναλλαγή θα λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τη νέα, ενισχυμένη αποτίμηση της εταιρείας, υπερδιπλασιάζοντας την προηγούμενη αποτίμηση των 33 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το 2021.
Η εμπορική επιτυχία που δικαιολογεί τέτοιες αποτιμήσεις είναι αδιαμφισβήτητη. Από την ίδρυσή της το 2015 από τους Nikolay Storonsky και Vlad Yatsenko, η Revolut έχει μετατραπεί από μια απλή ταξιδιωτική κάρτα με χαμηλές χρεώσεις συναλλάγματος σε ένα παγκόσμιο «οικονομικό super-app». Σήμερα, μετρά πάνω από 50 εκατομμύρια πελάτες παγκοσμίως, προσφέροντας ένα ευρύτατο φάσμα υπηρεσιών που περιλαμβάνει τραπεζικούς λογαριασμούς, επενδύσεις σε μετοχές και πολύτιμα μέταλλα, αγοραπωλησίες κρυπτονομισμάτων, ασφάλειες και επιχειρηματικούς λογαριασμούς. Η εταιρεία έχει ήδη ανακοινώσει την πρώτη της ετήσια κερδοφορία, αποδεικνύοντας ότι το μοντέλο της μπορεί να είναι βιώσιμο.
Ωστόσο, παρά την εμπορική της επέλαση, πάνω από την εταιρεία πλανάται η σκιά της πολυετούς καθυστέρησης στην απόκτηση της πλήρους βρετανικής τραπεζικής άδειας. Η αίτηση έχει κατατεθεί εδώ και πάνω από τρία χρόνια, αλλά οι ρυθμιστικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου εξακολουθούν να εκφράζουν ανησυχίες για την εταιρική διακυβέρνηση, την αξιοπιστία των οικονομικών της ελέγχων στο παρελθόν και την ανθεκτικότητα των συστημάτων της για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος. Αυτή η άδεια είναι υψίστης σημασίας, καθώς όχι μόνο θα επέτρεπε στη Revolut να λειτουργήσει ως κανονική τράπεζα στην έδρα της, προσφέροντας εγγυημένες καταθέσεις και δάνεια, αλλά θα αποτελούσε και μια σφραγίδα αξιοπιστίας απαραίτητη για μια επιτυχημένη εισαγωγή στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου.
Η επικείμενη πώληση μετοχών και η στοχευόμενη αποτίμηση των 75 δισεκατομμυρίων δολαρίων είναι, επομένως, μια κίνηση υψηλού ρίσκου. Από τη μία, προσφέρει ρευστότητα και επιβράβευση στους εργαζόμενους και τους πρώτους επενδυτές, διατηρώντας το ηθικό υψηλό. Από την άλλη, στέλνει ένα μήνυμα στην αγορά και τις ρυθμιστικές αρχές για την τεράστια αξία που έχει δημιουργήσει. Το μεγάλο στοίχημα για τον Nikolay Storonsky είναι αν αυτή η επίδειξη ισχύος θα είναι αρκετή για να κάμψει τις αντιστάσεις των ελεγκτών και να ανοίξει τον δρόμο για το επόμενο, πολυαναμενόμενο κεφάλαιο στην ιστορία της Revolut.
