Της Κατερίνας Μπαρμπαγιάννη*
Γνωρίζουμε ότι η διατήρηση σταθερού του σωματικού μας βάρους προϋποθέτει την ισορροπία μεταξύ δύο συνιστωσών: της πρόσληψης ενέργειας (τροφή) από τη μια και της δαπάνης ενέργειας από την άλλη. Η δαπάνη ενέργειας εξαρτάται από τον μεταβολισμό μας και από τη σωματική μας δραστηριότητα. Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται δραματική αύξηση στην προσφορά και πρόσληψη τροφής και ιδίως εξαιρετικά επεξεργασμένων, θερμιδικά πυκνών, πλούσιων σε λίπη, και πτωχών σε θρεπτικά συστατικά τροφίμων. Παράλληλα, παρατηρείται μείωση της σωματικής δραστηριότητας, που οδηγείται από μια πιο καθιστική συμπεριφορά στη συνήθη ρουτίνα, στην εργασία, στην ψυχαγωγία, και σε όλες γενικά τις εκφάνσεις της καθημερινότητας.
Οι ανωτέρω αλλαγές αποτελούν φυσικά απαραίτητη συνιστώσα της νόσου της παχυσαρκίας, αλλά δεν είναι οι μοναδικές αιτίες.
Η παχυσαρκία είναι νόσος με πολυπαραγοντική προέλευση. Η κληρονομικότητα είναι ισχυρός παράγοντας παχυσαρκίας. Το πώς θα ανταποκριθεί καθένας από εμάς σε συνθήκες αυξημένης ή μειωμένης πρόσληψης θερμίδων, ελέγχεται από τα γονίδιά μας. Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν ακόμα στην παχυσαρκία, όπως η κακή ποιότητα ύπνου, ή διάφορες συναισθηματικές και ψυχολογικές διαταραχές. Ιατρικά αίτια, για παράδειγμα ενδοκρινικά νοσήματα αλλά και κάποια φάρμακα, μπορεί επίσης να προκαλούν αύξηση βάρους.
Οι διάφοροι αυτοί βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορεί να οδηγήσουν τελικά σε παχυσαρκία, η οποία με τη σειρά της προκαλεί διαταραχή της φυσιολογικής ισορροπίας μεταξύ πρόσληψης και κατανάλωσης ενέργειας.
Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα γνωρίζουμε ότι για τη θεραπεία της παχυσαρκίας συνήθως δεν επαρκούν απλά η μείωση της πρόσληψης θερμίδων και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Το επιβεβαιώνουν άλλωστε μεγάλες μελέτες που δείχνουν ότι από τους ανθρώπους που χάνουν βάρος με δίαιτα και άσκηση, τα δύο τρίτα περίπου θα το ανακτήσουν μέσα σε 1 χρόνο και σχεδόν όλοι μέσα σε 5 χρόνια. Η νόσος της παχυσαρκίας είναι πολύ πιο σύνθετη και περίπλοκη στην αιτιολογία της, τους μηχανισμούς της και στην αντιμετώπισή της. Για το λόγο αυτό, η απόδοση της ευθύνης στο ίδιο το άτομο με παχυσαρκία, ως έλλειψη πειθαρχίας ή κινήτρων είναι λανθασμένη και η παροχή συμβουλευτικής τύπου «κάνε δίαιτα και άσκηση» είναι απλοϊκή. Η συζήτηση με ειδικευμένο επαγγελματία υγείας είναι στις περισσότερες περιπτώσεις απαραίτητη, για την ανεύρεση της υποκείμενης αιτίας και την παροχή εξατομικευμένης φροντίδας.
*Κατερίνα Μπαρμπαγιάννη MD, MSc, Παθολόγος με εξειδίκευση στον σακχαρώδη διαβήτη, Associate Medical Advisor Φαρμασέρβ–Λίλλυ
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Startupper MAG #62
