Η BIOCAPTIVA, η biotech spin-off του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, συγκέντρωσε 1,58 εκατομμύρια λίρες σε ένα νέο γύρο χρηματοδότησης, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την είσοδό της στην αγορά των ΗΠΑ με το πρώτο της προϊόν.
Η εταιρεία στοχεύει να λύσει ένα από τα μεγαλύτερα σημεία συμφόρησης (bottlenecks) στις υγρές βιοψίες: την προετοιμασία των δειγμάτων αίματος για τη διάγνωση και την έρευνα του καρκίνου.
Η πατενταρισμένη πλατφόρμα msX της BIOCAPTIVA χρησιμοποιεί καινοτόμα μαγνητικά σφαιρίδια για την εξαγωγή ελεύθερου κυτταρικού DNA (cell-free DNA) απευθείας από το πλήρες αίμα. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μεθόδους, η τεχνολογία αυτή καταργεί την ανάγκη για φυγοκέντρηση ή πρόσθετα αντιδραστήρια, απλοποιεί και επιταχύνει τη διαδικασία επεξεργασίας και παρέχει δείγματα υψηλότερης ποιότητας, καθιστώντας τις εξετάσεις υγρής βιοψίας πιο αξιόπιστες, επεκτάσιμες και προσβάσιμες.
Η εταιρεία ξεκίνησε ήδη τη διάθεση των msX kits για ερευνητική χρήση στη Βοστώνη των ΗΠΑ, με στόχο τη συγκέντρωση δεδομένων από ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών στην ογκολογία.
Της χρηματοδότησης ηγήθηκε ο υφιστάμενος επενδυτής Archangels, με τη συμμετοχή των Old College Capital, BBI, Scottish Enterprise και του νέου επενδυτή EverQuest Capital Partners.
Παράλληλα με τη χρηματοδότηση, η BIOCAPTIVA ενισχύει τη διοικητική της ομάδα διορίζοντας τον Alan Schafer ως Chief Technology Officer (CTO). Ο Schafer διαθέτει πάνω από 30 χρόνια εμπειρίας στις τεχνολογίες γενετικής, έχοντας διατελέσει CTO στην Inivata (η οποία εξαγοράστηκε από τη NeoGenomics το 2021 έναντι 415 εκατ. δολαρίων) και στέλεχος στη GlaxoSmithKline.
Η νέα χρηματοδότηση θα κατευθυνθεί στην περαιτέρω επένδυση σε Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D), με σκοπό τη διεύρυνση της γκάμας των προϊόντων της BIOCAPTIVA και την επέκταση των πιθανών εφαρμογών της τεχνολογίας της στην αγορά των μη επεμβατικών γενετικών τεστ.
