Με τις πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα να έχουν «κατεβάσει ταχύτητα» αισθητά το 2025 (+2,6%, έναντι +4,2% το 2024) και το πρώτο δίμηνο του 2026 να καταγράφει στασιμότητα, η ελληνική οικονομία αναζητά απεγνωσμένα νέους επιταχυντές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), η αύξηση των πωλήσεων για το τρέχον έτος δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 1%, την ώρα που η χώρα έχει ανακτήσει μόλις το 10% των απωλειών στο ευρωπαϊκό επιχειρείν από την κρίση του 2009.
Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, ο ψηφιακός τομέας (ICT) αναδεικνύεται στο απόλυτο «game-changer». Την τελευταία 25ετία, ο κλάδος υπερδιπλασίασε τη συνεισφορά του στην οικονομία (από 2,9% σε 6,5%). Ωστόσο, η απόστασή μας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου το ICT αγγίζει το 10,6%, παραμένει τεράστια, καταδεικνύοντας ότι η μέχρι τώρα ανάπτυξη οφείλεται περισσότερο σε εξωγενείς τάσεις παρά σε ένα οργανωμένο, εγχώριο ψηφιακό άλμα.
Το μεγάλο παράδοξο: Υποδομές έχουμε, λογισμικό δεν αγοράζουμε
Η ανάλυση της ΕΤΕ βάζει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων όσον αφορά την ποιότητα της ψηφιοποίησης των ελληνικών επιχειρήσεων. Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι η πρόσβαση στην τεχνολογία, αλλά η ενσωμάτωσή της στην καθημερινή παραγωγική διαδικασία.
Η απόκλιση της χώρας μας από την ΕΕ υπολογίζεται στο 30%, ένα κενό που αποτυπώνεται καθαρά στη χρήση εργαλείων όπως τα CRM και τα συστήματα Business Intelligence (BI). Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:
Σε όρους τεχνολογικών υποδομών (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός πληροφορικής), η Ελλάδα εμφανίζει επιδόσεις απολύτως συγκρίσιμες με την ΕΕ (0,8% του συνόλου παγίων).
Ωστόσο, στο software υστερούμε δραματικά δεδομένου ότι η πραγματική «πληγή» εντοπίζεται στο λογισμικό. Η Ελλάδα επενδύει μόλις το 0,7% των παγίων της σε software, την ώρα που στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι υπερδιπλάσιο (1,5%).
Ακόμη, υπάρχει η αδυναμία των επιχειρήσεων (κυρίως των ΜμΕ) να αξιοποιήσουν προηγμένα λογισμικά χτυπάει απευθείας την παραγωγικότητα της εργασίας, κρατώντας την ελληνική οικονομία δέσμια παρωχημένων μοντέλων λειτουργίας.
Τα δύο σενάρια για το 2035: Το στοίχημα των 23 δισ. ευρώ
Σύμφωνα με το μοντέλο της Εθνικής Τράπεζας, η παραγωγικότητα συνδέεται άρρηκτα με τη σύνθεση των ψηφιακών παγίων (με το λογισμικό να παίζει τον πρώτο ρόλο). Η μελέτη ποσοτικοποιεί την επίδραση της ψηφιοποίησης σε βάθος δεκαετίας (έως το 2035) μέσα από δύο σενάρια:
Το Συντηρητικό Σενάριο: Αν οι ψηφιακές επενδύσεις διατηρήσουν τον σημερινό τους ρυθμό, η παραγωγικότητα θα αυξηθεί κατά 30%. Το χάσμα με την ΕΕ θα μειωθεί ελαφρώς (από 55% σε 47%), προσθέτοντας 12 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία.
Το Φιλόδοξο Σενάριο: Αν οι ψηφιακές επενδύσεις επιταχυνθούν κατά 40% —ένας ρεαλιστικός στόχος αν δούμε την επενδυτική δυναμική της προηγούμενης δεκαετίας— η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας θα μπορούσε να αυξηθεί έως και 50%. Η απόκλιση από την ΕΕ θα περιοριστεί στο 41% και η προστιθέμενη αξία στο ελληνικό ΑΕΠ θα αγγίξει τα 23 δισ. ευρώ.
Ο οδικός χάρτης για τις ΜμΕ
Η Ελλάδα έχει ήδη θέσει ισχυρά θεμέλια με το myDATA και τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης (Greece 2.0). Όμως, όπως επισημαίνει η έκθεση, το επόμενο βήμα απαιτεί ένα πλαίσιο που θα κάνει την ψηφιοποίηση «εύκολη και συμφέρουσα» για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.
Βάσει των βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών, απαιτείται η δημιουργία μιας ενιαίας ψηφιακής πλατφόρμας για τη μείωση του κόστους, η περαιτέρω αξιοποίηση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης ως μοχλού πίεσης για την υιοθέτηση ERP συστημάτων με ενσωματωμένη Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), καθώς και στοχευμένα κίνητρα για την ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων (upskilling). Η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι πλέον επιλογή βιτρίνας, αλλά ο μόνος δρόμος για την επιχειρηματική επιβίωση.
