Του Ηλία Παπαθεοδώρου, CEO Heparegenix
Η Ευρωπαϊκή βιοτεχνολογία έχει δημιουργήσει αρκετούς μονόκερους. Ελάχιστοι από αυτούς έχουν εξελιχθεί σε εταιρείες που συνδυάζουν εφαρμοσμένη έρευνα και πωλήσεις. Όμως, έχει οδηγήσει σε έναν αριθμό σημαντικών εξαγορών.
Για παράδειγμα, η εφαρμοσμένη έρευνα σε τεχνολογίες αιχμής όπως οι Συζεύξεις Αντισωμάτων Φαρμάκων (Antibody-Drug Conjugates – ADCs) έχει αναδυθεί ως μια από τις σημαντικότερες τεχνολογίες ιδιαίτερα για ογκολογικά φάρμακα. Η θεραπευτική στρατηγική είναι ο συνδυασμός της στόχευσης καρκινικών κυττάρων που προσφέρουν τα μονοκλωνικά αντισώματα με ειδικά κυτταροτοξικά μόρια που είναι θανατηφόρα για τα κύτταρα. Τα δύο «ενώνονται» με ειδικούς χημικούς συνδέσμους. Τα ADCς χορηγούν εστιασμένη χημειοθεραπεία στα καρκινικά κύτταρα, χωρίς να επηρεάζουν υγιείς ιστούς μειώνοντας έτσι τη συστηματική τοξικότητα και τις παρενέργειες.
Η Ευρωπαϊκή έρευνα σε αυτή τη τεχνολογία είχε ανθίσει τα τελευταία χρόνια και ανέδειξε εταιρείες βιοτεχνολογίας με πολύ σημαντικές χρηματοδοτήσεις. Εταιρείες όπως η Γερμανική Tubulis, με κεφάλαια ύψους 344 εκατομμυρίων. προετοίμαζε την εισαγωγή της στον NASDAQ. Τελικά, εξαγοράστηκε από την Αμερικανική Gilead. Το κέντρο έρευνας της Tubulis στο Μόναχο θα μετατραπεί σε κέντρο έρευνας της Gilead. Η εξαγορά έχει αρχική αξία 3,1 δισ. και τελική πιθανότατα άνω των 5 δισ. Η Gilead διέθεσε το αυτό το μεγάλο ποσό για μια εταιρεία σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης και χωρίς πωλήσεις. Η εξαγορά της δίνει πρόσβαση σε μια τεχνολογία αιχμής που δεν είχε και της επιτρέπει να εξελίξει θεραπείες με καλύτερα αποτελέσματα για τους ασθενείς.
Αντίστοιχα, η βρετανική Myricx Bio που εστίαζε περισσότερο στον τομέα των καινοτόμων κυτταροτοξικών μορίων εξαγοράστηκε από τη Novartis για έως 1.5 δισ. Η Myricx Bio είχε ιδρυθεί μόλις το 2024 με αρχική επένδυση ύψους περί τα 100 εκατομμύρια. Τέλος η Ελβετική Araris εξαγοράστηκε από την Ιαπωνική Taiho σε συμφωνία που επίσης ξεπερνάει το δισ. με το κέντρο έρευνας στη Ζυρίχη να συνεχίζει να λειτουργεί.
Και οι τρεις εταιρείες αυτές παρήγαγαν καινοτομία και ελπίδες ίασης για χιλιάδες ασθενείς. Αλλά και την ελπίδα πως θα κατάφερναν να αναπτυχθούν σε Ευρωπαϊκούς πρωταθλητές σε μια εποχή που οι συνθήκες ευνοούν αυτόνομες πορείες και την εισαγωγή στον NASDAQ. Από τη μία οι εξαγορές αυτές διασφάλισαν κέρδη για τους επενδυτές και τη δυνατότητα να επενδύσουν σε νέες ιδέες.
Από την άλλη, χάθηκαν τρεις μοναδικές ευκαιρίες για την περαιτέρω ανάπτυξη των εταιρειών σε αυτόνομη βάση. Στις ΗΠΑ και στην Κίνα με τις οποίες συγκρινόμαστε συνήθως, οι εταιρείες αυτές μπορεί να είχαν άλλη εξέλιξη. Στο μέλλον ίσως και στην Ευρώπη.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Startupper MAG #75
