Οι πραγματικές απώλειες που προκαλεί η απουσία των γυναικών στην τεχνολογία

Στο CDI Tech Career Days της Pfizer έγινε λόγος για το στίγμα που αφήνει η έλλειψη της γυναικείας συμμετοχής σε τομείς STEM.

Στην αισθητή ανάπτυξη του τομέα της τεχνολογίας στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, αλλά και στην υστέρηση που εξακολουθεί να καταγράφεται ως προς τη συμμετοχή των Ελληνίδων σε θέσεις εργασίας και ηγεσίας στον κλάδο, αναφέρθηκε η γενική πρόξενος των ΗΠΑ στην πόλη Ελίζαμπεθ Λι (Elizabeth Lee), μιλώντας από το βήμα εκδήλωσης με τίτλο «CDI Tech Career Days», που διοργάνωσε η Pfizer, με στόχο την πρόσληψη άλλων 18 ατόμων υψηλής εξειδίκευσης στο Κέντρο Ψηφιακής Καινοτομίας (CDI Thessaloniki).

Τέσσερις γυναίκες μιλούν για την υποεκπροσώπηση του φύλου στον τεχνολογικό τομέα και προτείνουν λύσεις, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «CDI Tech Career Days» της Pfizer.

«Στον ενάμιση χρόνο που είμαι στην Ελλάδα είχα το προνόμιο να γίνω μάρτυρας της ανάπτυξης του τομέα της τεχνολογίας όχι μόνο στη χώρα συνολικά, αλλά και ειδικά εδώ στη Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς όμως, η συμμετοχή των γυναικών στον τεχνολογικό τομέα εξακολουθεί να υστερεί», σημείωσε και επικαλέστηκε παλαιότερες στατιστικές, που τις χαρακτήρισε απογοητευτικές: «Μέχρι πριν από δύο χρόνια, μόλις το 4% των γυναικών στην Ελλάδα συμμετείχαν σε πεδία STEM (Επιστήμης, Τεχνολογίας, Μηχανικής και Μαθηματικών), έναντι ποσοστού 20% για τους άντρες. Αυτό δεν είναι θέμα μόνο ανισότητας. Θεωρώ ότι ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα υπέρ της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών (στον τομέα του STEM) είναι οικονομικό. Όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της McKinsey, 13 τρισ. δολάρια θα προστεθούν στην παγκόσμια οικονομία, αν οι γυναίκες προσλαμβάνονταν σε ψηφιακά πεδία και θέσεις εργασίας, με τον ίδιο ρυθμό, που προσλαμβάνονται οι άντρες. Από αυτό δεν χάνουν μόνο οι επιχειρήσεις, ούτε μόνο η ελληνική οικονομία, αλλά και η παγκόσμια οικονομία, που στερείται τη δημιουργικότητα, τη γνώση και την εξειδίκευση των γυναικών. Χρειαζόμαστε περισσότερες γυναίκες στην τεχνολογία και σε θέσεις ηγεσίας», πρόσθεσε.

Η κρισιμότητα του mentoring

Κατά την Αμερικανίδα διπλωμάτη, κρίσιμος παράγοντας για τη βελτίωση της ποικιλομορφίας στην αγορά εργασίας είναι η καθοδήγηση από μέντορες (mentorship): «Πριν από αρκετά χρόνια, ο Φρανκ Ντόμπιν (Frank Dobbin), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και η Αλεξάντρα Κάλεφ (Alexandra Kalev), καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ έκαναν καθοδηγούμενη από δεδομένα (data-driven) έρευνα για το πώς οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν την ποικιλομορφία στις τάξεις τους και κατέληξαν στο mentorship (ως βασικό εργαλείο)», σημείωσε η Ελίζαμπεθ Λι.

Πρόσθεσε πως σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες των ΗΠΑ, όπως η General Electric και η Xerox, το mentoring από αρχικά στάδια αποδείχτηκε παράγοντας – κλειδί για το “rising stars” (μεταξύ των εργαζομένων). Ωστόσο, πρόσθεσε, οι διαδικασίες μετρούν επίσης, και σε ορισμένες εταιρείες ηγέτες και μάνατζερ συχνά διαλέγουν (να καθοδηγήσουν) ανθρώπους με πολύ παρόμοια χαρακτηριστικά με τους ίδιους, με αποτέλεσμα η δεξαμενή άντλησης στελεχών για το ανώτατο επίπεδο ηγεσίας (top leadership) να είναι πολύ ομοιογενής.

Διάφορες έρευνες, είπε, έδειξαν ότι η τάση αυτή οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι πολλά στελέχη δεν ένιωθαν άνετα να απευθυνθούν ανεπίσημα (για mentoring) σε νέες και νέους, ενώ ήταν πρόθυμοι να παράσχουν καθοδήγηση στους προστατευόμενους που τους είχαν ανατεθεί. Για αυτό, πρόσθεσε η Αμερικανίδα διπλωμάτης, τα επίσημα προγράμματα mentoring των εταιρειών μπορούν να κάνουν τεράστια διαφορά. Κατά μέσο όρο, συμπλήρωσε, τα προγράμματα mentoring στις ΗΠΑ έδωσαν ώθηση στη σχετική συμμετοχή μαύρων, ισπανόφωνων και ασιαμερικανών γυναικών και ανδρών, αυξάνοντάς την κατά 9%-24%.

Διαφορετικές προκλήσεις 

«Δεν είναι τόσο αυτά που θα κερδίσουμε αν έχουμε περισσότερες γυναίκες σε τεχνολογικές θέσεις (που έχουν περισσότερη σημασία), όσο αυτά που θα χάσουμε, αν δεν τις έχουμε» επισήμανε από την πλευρά της η Στέλλα Κάσδαγλη, συγγραφέας και συνιδρύτρια του δικτύου «Women on Top». Στοιχειοθετώντας αυτή την εκτίμηση, επισήμανε ότι σύμφωνα με έρευνα της McKinsey, περίπου 40 εκατ. έως και 160 εκατ. γυναίκες ενδέχεται να χρειαστεί να αλλάξουν δουλειά ώς το 2030. «Πού θα πάνε όλες αυτές οι γυναίκες αν δεν γίνει re-skilling (αναπροσαρμογή δεξιοτήτων);» διερωτήθηκε.

Πρόσθεσε δε πως οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στον εργασιακό χώρο διαφέρουν, ανάλογα με παράγοντες όπως η ηλικία τους, το στάδιο της ζωής τους ή το στάδιο της καριέρας τους και ποικίλλουν, από τη αδυναμία εύρεσης εργασίας με νόημα μέχρι τη σεξουαλική παρενόχληση και την εξισορρόπηση εργασιακού βίου και οικογενειακής ζωής. «Χρειάζεται να κάνουμε πολύ ορατή τη σύνδεση μεταξύ της τεχνολογίας και της βιώσιμης και με νόημα αλλαγής γύρω μας. Γνωρίζουμε από data-based έρευνες ότι τα κορίτσια και οι γυναίκες ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τη δημιουργία αυτής της αλλαγής», τόνισε.

Για ελάχιστη συμμετοχή γυναικών στα μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Πληροφορικής του ΑΠΘ, όπου διδάσκει, έκανε λόγο η καθηγήτρια Αθηνά Βακάλη, επισημαίνοντας πως από τα μέλη ΔΕΠ μόλις δύο είναι γυναίκες και τα υπόλοιπα 28 άντρες. Η κ. Βακάλη επισήμανε ακόμα πως είναι πολύ σημαντική η προσέγγιση της βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια, ώστε να αναδεικνύονται οι προοπτικές εξέλιξης που υπάρχουν στην αγορά και να ενθαρρύνονται περισσότερες γυναίκες να εισέλθουν σε τεχνολογικά επαγγέλματα.

Την προσωπική της εμπειρία ως γυναίκα επαγγελματίας και επιστήμονας στον τεχνολογικό κλάδο περιέγραψε στην εκδήλωση η Μαρία Γιατζόγλου, ανώτερη επιστήμονας Δεδομένων στο CDI, επισημαίνοντας ότι, κατά την πορεία της σε διάφορες θέσεις εργασίας στο παρελθόν, είχε αρκετές ευκαιρίες να μάθει και να κάνει διαφορετικά πράγματα και να κερδίσει εμπειρίες που της επέτρεψαν να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, γνώρισε την αναγνώριση και τον σεβασμό για τη δουλειά της, αλλά χρειάστηκε να εργαστεί πολύ σκληρά, για να αποδείξει ποια είναι.

«Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μεγάλη κοινωνική πίεση ως προς το ότι οι γυναίκες είναι αυτές, που πρέπει να αγωνιστούν σκληρότερα για να πετύχουν την ισορροπία μεταξύ της εργασίας και της οικογένειας. Και συνάντησα πολλά ταλαντούχα κορίτσια που σπούδασαν για να γίνουν μηχανικοί ή data scientists και τελικά κατέληξαν σε μη τεχνολογικές θέσεις εργασίας ή θέσεις λιγότερο ανταγωνιστικές και απαιτητικές. Συνάντησα επίσης γυναίκες που δουλεύουν σε διαφόρων επιπέδων τοξικά περιβάλλοντα και νιώθουν πως δεν τις εκτιμούν αρκετά. Και έχω ακούσει “ανέμελα” σχόλια με προκατάληψη (σε βάρος των γυναικών), στα οποία δεν απάντησα, παρότι δεν απευθύνονταν προσωπικά σε εμένα, κάτι που υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα ξανακάνω. Αν δεν έχετε αυτοπεποίθηση χτίστε την και αναρωτηθείτε γιατί δεν την έχετε. Οι γυναίκες δεν πρέπει να νιώθουμε περιορισμούς λόγω του φύλου μας», είπε και υπογράμμισε την αξία του mentoring.

Μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα
Ακολουθήστε μας στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις