Η μερική άρση του εμπάργκο που είχε παραλύσει τις λειτουργίες της Anthropic επισημοποιήθηκε μέσω επιστολής του Αμερικανού υπουργού Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ. Σύμφωνα με την απόφαση, η κυβέρνηση διαπίστωσε ότι πλέον υφίστανται οι κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας ώστε το Claude Mythos 5, το κορυφαίο μοντέλο κυβερνοασφάλειας της εταιρείας, να διατεθεί ξανά. Ωστόσο, η πρόσβαση δεν είναι καθολική.
Μόλις 100 εταιρείες και ομοσπονδιακές υπηρεσίες -ανάμεσά τους κολοσσοί της λίστας Fortune 500- έλαβαν την πολυπόθητη έγκριση. Σημαντικό μέρος αυτών των οργανισμών συμμετείχε ήδη στο Project Glasswing, το κλειστό πρόγραμμα κυβερνοασφάλειας της Anthropic. Παράλληλα, οι αλλοδαποί εργαζόμενοι που απασχολούνται σε αυτές τις εγκεκριμένες επιχειρήσεις εξαιρούνται πλέον από τις αυστηρές απαιτήσεις αδειοδότησης εξαγωγών.
Από την πλευρά της, η Anthropic δήλωσε ότι εργάζεται πυρετωδώς για την άμεση αποκατάσταση της πρόσβασης στους επιλεγμένους πελάτες της, ενώ συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση για να επιτραπεί η ευρεία κυκλοφορία του Fable 5, του ευρείας χρήσης μοντέλου της που παραμένει «κλειδωμένο».
Ο φόβος του “Jailbreaking” και το ιστορικό της ρήξης
Η κρίση ξεκίνησε στις 12 Ιουνίου, όταν η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε σαρωτικούς ελέγχους εξαγωγών, φοβούμενη ότι τα πανίσχυρα αυτά συστήματα θα μπορούσαν να εργαλειοποιηθούν από τις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών της Κίνας και της Ρωσίας. Ο βασικός φόβος των αμερικανικών αρχών εστιάζεται στον κίνδυνο «jailbreaking» — της τεχνικής δηλαδή παράκαμψης των δικλείδων ασφαλείας, η οποία θα μπορούσε να μετατρέψει το Mythos 5 σε ένα ασύλληπτο όπλο εντοπισμού ευπαθειών σε κρίσιμες υποδομές και τραπεζικά δίκτυα.
Καθώς η εφαρμογή περιορισμών χρήσης με βάση καθαρά την εθνικότητα αποδείχθηκε τεχνικά αδύνατη, η Anthropic είχε αναγκαστεί να «κατεβάσει» τους διακόπτες παγκοσμίως. Η σχέση, άλλωστε, της εταιρείας με το αμερικανικό κράτος ήταν ήδη τεταμένη: η Anthropic είχε αρνηθεί κατηγορηματικά στο παρελθόν να επιτρέψει τη χρήση των μοντέλων της από τον στρατό για εγχώρια παρακολούθηση και αυτόνομα οπλικά συστήματα, κίνηση που είχε οδηγήσει προσωρινά στην ένταξή της σε εθνική μαύρη λίστα.
Η οργή της αγοράς και η παρέμβαση του Σαμ Άλτμαν
Η πρακτική της κυβέρνησης να λειτουργεί ως “θυρωρός” που επιλέγει ποιες ιδιωτικές εταιρείες θα έχουν πρόσβαση στην κορυφαία τεχνολογία, έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων στη Silicon Valley.
Η Foundation for Individual Rights and Expression (FIRE) έκανε λόγο για έλλειμμα διαφάνειας, τονίζοντας ότι εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για το κράτος δικαίου όταν το κράτος αποφασίζει αυθαίρετα ποιος αποκλείεται από την αγορά. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Sam Altman. Με ανάρτησή του στο X (πρώην Twitter), ο Altman ξεκαθάρισε τη θέση του: «Οι εκτενείς δοκιμές ασφαλείας δεν είναι κακή ιδέα. Απλώς δεν μου αρέσει η ιδέα να επιλέγει η κυβέρνηση τους πελάτες».

