Η ενεργειακή κρίση που προκαλεί η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης βρέθηκε στο επίκεντρο της πρόσφατης ακρόασης του Κογκρέσου των ΗΠΑ, με τον πρώην CEO της Google, Eric Schmidt, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και για το μέλλον της αμερικανικής υπεροχής στον τομέα της τεχνολογίας. Η μαρτυρία του Schmidt ανέδειξε το επείγον της ανάγκης για επενδύσεις σε κάθε μορφή ενέργειας, καθώς η ζήτηση που δημιουργούν τα νέα data centers απειλεί να ξεπεράσει τις δυνατότητες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.
Η Ενεργειακή Πείνα της AI: 10 GW Data Centers και πυρηνικά εργοστάσια
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης στην Επιτροπή Ενέργειας και Εμπορίου της Βουλής στις 9 Απριλίου, ο Eric Schmidt τόνισε ότι «οι άνθρωποι σχεδιάζουν data centers ισχύος 10 γιγαβάτ», όταν ένα μέσο πυρηνικό εργοστάσιο στις ΗΠΑ παράγει μόλις 1 γιγαβάτ. Η σύγκριση αυτή αποτυπώνει το τεράστιο χάσμα μεταξύ της αυξανόμενης ζήτησης και της υφιστάμενης παραγωγικής ικανότητας. Για να διατηρήσει η Αμερική το προβάδισμα στην κούρσα της υπερνοημοσύνης, ο Schmidt εκτίμησε ότι θα χρειαστούν επιπλέον 90 GW ενέργειας μέσα στα επόμενα 3-5 χρόνια, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 90 νέα πυρηνικά εργοστάσια.
«Χρειαζόμαστε Όλες τις Μορφές Ενέργειας»
Ο Schmidt υπήρξε ξεκάθαρος: «Χρειαζόμαστε ενέργεια σε όλες τις μορφές, ανανεώσιμη, μη ανανεώσιμη, ό,τι υπάρχει. Πρέπει να είναι διαθέσιμη και μάλιστα γρήγορα». Η τεχνολογική πρόοδος, και ειδικά η ανάπτυξη της AI, δεν μπορεί να περιμένει τις μακροχρόνιες διαδικασίες αδειοδότησης ή τις πολιτικές διαμάχες για το μείγμα ενέργειας. Η ανάγκη για άμεση επέκταση του ενεργειακού δικτύου είναι επιτακτική, καθώς η αμερικανική βιομηχανία τεχνολογίας κινδυνεύει να βρεθεί σε μειονεκτική θέση έναντι της Κίνας, η οποία επενδύει επιθετικά τόσο στην AI όσο και στις ενεργειακές υποδομές της, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Στρατηγική διάσταση: Η Κίνα και ο κίνδυνος του «Superintelligence Gap»
Στην κατάθεσή του, ο Schmidt προειδοποίησε ότι αν η Κίνα καταφέρει πρώτη να αναπτύξει υπερνοημοσύνη, οι παγκόσμιες ισορροπίες θα αλλάξουν με τρόπους που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Η ενέργεια γίνεται έτσι όχι μόνο τεχνολογικό, αλλά και γεωπολιτικό διακύβευμα. «Η διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας απαιτεί επενδύσεις σε κάθε διαθέσιμη πηγή ενέργειας, από ανανεώσιμες μέχρι φυσικό αέριο και πυρηνικά».
Παραγωγή ενέργειας στην Ευρώπη και η σχέση της με την Τεχνητή Νοημοσύνη
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς από τη μια πλευρά τρέχει να προλάβει το τρένο της σημερινής ΤΝ ενώ παράλληλα συμπίπτει με τη στρατηγική μετάβαση προς την πράσινη ενέργεια και την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Οι απαιτήσεις της AI, ιδιαίτερα από τα data centers, αυξάνουν κατακόρυφα τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που επιβάλλει ριζικές αλλαγές στη διαχείριση και παραγωγή ενέργειας.
Τα data centers που υποστηρίζουν την AI καταναλώνουν ήδη σημαντικό ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας σε ορισμένες χώρες, όπως η Ιρλανδία, όπου το 2023 απορρόφησαν το 21% της συνολικής κατανάλωσης, ξεπερνώντας ακόμα και τα νοικοκυριά. Η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, καθώς η εξάπλωση της AI, των ηλεκτρικών οχημάτων και των αντλιών θερμότητας οδηγεί σε εκθετική αύξηση των αναγκών.
Η Ευρώπη επενδύει μαζικά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με στόχο την ενσωμάτωσή τους στο δίκτυο μέσω εκτεταμένης ψηφιοποίησης και αυτοματοποίησης. Η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη βελτιστοποίηση της διαχείρισης του δικτύου, στην πρόβλεψη κατανάλωσης και παραγωγής, στη μείωση του κόστους και στη βελτίωση της σταθερότητας του συστήματος κάτι που μεταφράζεται σε ευκαιρίες για τις σχετικές Startups αλλά και άλλες εταιρείες όπως για παράδειγμα η Intracom Telecom, η οποία έχει αναπτύξει μια σχετική τεχνολογία με σημαντικά αποτελέσματα στις πρώτες υλοποιήσεις σε Data Centers.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι η ταυτόχρονη αύξηση της ζήτησης από την AI και την πράσινη οικονομία καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την επίτευξη των στόχων για ανανεώσιμη ενέργεια, λόγω της αργής διαδικασίας αδειοδότησης και σύνδεσης νέων έργων στο δίκτυο. Οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και έξυπνα συστήματα εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 170 δισ. ευρώ έως το 2030.
