Ένα πρωτοφανές φαινόμενο έλαβε χώρα πρόσφατα στην ελληνική αγορά ενέργειας: για πρώτη φορά, η χονδρική τιμή του ρεύματος όχι απλώς μηδενίστηκε, αλλά έγινε και αρνητική. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές (ΑΠΕ) αναγκάστηκαν να πληρώσουν για να διοχετεύσουν το ρεύμα τους στο σύστημα. Κι όμως, την ίδια στιγμή, οι λογαριασμοί ρεύματος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων αρνούνται πεισματικά να ακολουθήσουν την ίδια πορεία. Πώς γίνεται οι παραγωγοί να πληρώνουν για να πουλήσουν, αλλά οι καταναλωτές να εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά για να αγοράσουν;
Η απάντηση δεν είναι απλή και σίγουρα δεν κρύβεται σε έναν μόνο παράγοντα. Η τελική τιμή που πληρώνουμε για κάθε κιλοβατώρα (kWh) είναι η κορυφή ενός παγόβουνου. Κάτω από την επιφάνεια κρύβεται ένα πολύπλοκο μείγμα από χρεώσεις δικτύων, φόρους, τέλη υπέρ τρίτων και τις ιδιαιτερότητες μιας αγοράς που, παρά τις ευρωπαϊκές εναρμονίσεις, διατηρεί τα δικά της “εθνικά χαρακτηριστικά”.
Ας αποκωδικοποιήσουμε το ταξίδι μιας κιλοβατώρας, από την παραγωγή της μέχρι τον μετρητή μας.
Μέρος 1ο: Ανατομία ενός λογαριασμού ρεύματος
Ο λογαριασμός που λαμβάνουμε χωρίζεται σε τρία βασικά μέρη. Μόνο το πρώτο αφορά την καθαρή αξία του ρεύματος που καταναλώνουμε.
Α. Το Ανταγωνιστικό Σκέλος (Η αξία του ρεύματος)
Αυτό είναι το πεδίο όπου υποτίθεται ότι λειτουργεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των παρόχων (ΔΕΗ, Protergia, Elpedison, κ.λπ.). Η τιμή που προσφέρουν βασίζεται στην τιμή που αγοράζουν οι ίδιοι την ενέργεια από το Χρηματιστήριο Ενέργειας. Ωστόσο, εδώ αρχίζουν τα παράδοξα:
1. Κόστος Διαχείρισης Κινδύνου (Hedging): Ένας πάροχος δεν μπορεί να βασίζεται στην ασταθή τιμή της κάθε ημέρας. Για να προσφέρει μια σταθερή τιμή στον πελάτη του για έναν μήνα, “κλειδώνει” τιμές ενέργειας για το μέλλον. Αυτή η ασφάλιση (hedging) έχει ένα κόστος, το οποίο μετακυλίεται στον καταναλωτή. Όσο πιο ασταθής και ρηχή είναι μια αγορά, τόσο ακριβότερη είναι αυτή η ασφάλιση.
2. Περιθώριο Κέρδους: Κάθε εταιρεία προσθέτει το δικό της περιθώριο κέρδους. Σε μια αγορά με περιορισμένο ανταγωνισμό και παρόμοιες στρατηγικές τιμολόγησης, αυτά τα περιθώρια δεν πιέζονται ουσιαστικά προς τα κάτω.
Το αποτέλεσμα: Ακόμα και όταν η χονδρική τιμή μηδενίζει για κάποιες ώρες, το κόστος που έχει ήδη προϋπολογίσει ο πάροχος και το κέρδος του παραμένουν, δημιουργώντας το πρώτο μεγάλο “καπέλο” στην τιμή.
Β. Οι Ρυθμιζόμενες Χρεώσεις (Το “αναπόφευκτο” κόστος)
Αυτό είναι το μεγαλύτερο και πιο δυσνόητο κομμάτι του λογαριασμού, το οποίο είναι **κοινό για όλους τους καταναλωτές**, ανεξαρτήτως παρόχου. Είναι χρεώσεις που επιβάλλονται για τη λειτουργία και συντήρηση του συστήματος.
Χρεώσεις Δικτύων (ΑΔΜΗΕ & ΔΕΔΔΗΕ): Πληρώνουμε για τη μεταφορά του ρεύματος από τα εργοστάσια παραγωγής στους υποσταθμούς (ΑΔΜΗΕ) και από εκεί στα σπίτια και τις επιχειρήσεις μας (ΔΕΔΔΗΕ). Είναι το κόστος συντήρησης για τα καλώδια, τους πυλώνες και τους μετασχηματιστές.
Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ): Πρόκειται για μια χρέωση κοινωνικής πολιτικής. Με αυτά τα χρήματα επιδοτείται το αυξημένο κόστος παραγωγής ρεύματος στα μη διασυνδεδεμένα νησιά (ώστε οι κάτοικοι π.χ. της Αστυπάλαιας να έχουν παραπλήσια τιμή με την Αττική) και ενισχύεται το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο (ΚΟΤ) για τις ευάλωτες ομάδες.
Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ): Είναι ο “πράσινος” λογαριασμός. Με αυτό το τέλος πληρώνονται εγγυημένες, υψηλότερες τιμές στους παραγωγούς ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές (ΑΠΕ), ως κίνητρο για την πράσινη μετάβαση.
Γ. Φόροι και Τέλη
Το τελικό “καπέλο” στην τιμή μπαίνει από το ίδιο το κράτος.
Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ): Ένας σταθερός φόρος που επιβάλλεται στην κατανάλωση ενέργειας.
ΦΠΑ: Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας υπολογίζεται πάνω στο άθροισμα όλων των παραπάνω χρεώσεων (ενέργεια, ρυθμιζόμενες χρεώσεις, ΕΦΚ). Δηλαδή, πληρώνουμε φόρο πάνω στον φόρο, εκτοξεύοντας το τελικό ποσό.
Μέρος 2ο: Τι Συμβαίνει στις άλλες χώρες;
Ενώ όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν ρυθμιζόμενες χρεώσεις και φόρους, η αναλογία και η δομή της αγοράς διαφέρουν δραματικά.
Σκανδιναβικές Χώρες (π.χ. Νορβηγία, Σουηδία): Διαθέτουν τεράστια αποθέματα υδροηλεκτρικής ενέργειας, που παρέχει μια φθηνή και σταθερή βάση παραγωγής. Οι αγορές τους είναι πιο ώριμες, επιτρέποντας σε πολλούGς καταναλωτές να επιλέξουν δυναμικά τιμολόγια που συνδέονται απευθείας με τη χονδρική τιμή. Έτσι, αν ένας καταναλωτής βάλει πλυντήριο τις ώρες που η τιμή είναι μηδενική, χρεώνεται με μηδενική τιμή ενέργειας (αλλά πληρώνει πάντα τα τέλη δικτύου και τους φόρους). Αυτό προϋποθέτει όμως ενεργούς και πληροφορημένους καταναλωτές και έξυπνους μετρητές.
Γερμανία: Έχει τεράστια διείσδυση ΑΠΕ, που συχνά οδηγεί σε μηδενικές και αρνητικές τιμές. Ωστόσο, οι Γερμανοί καταναλωτές πληρώνουν από τα υψηλότερα τέλη δικτύου και “πράσινους” φόρους (το αντίστοιχο ΕΤΜΕΑΡ) στην Ευρώπη για να χρηματοδοτήσουν τη μαζική αυτή μετάβαση (Energiewende) και να διατηρήσουν τη σταθερότητα του δικτύου.
Γαλλία: Βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη φθηνή πυρηνική ενέργεια, που διατηρεί το κόστος παραγωγής προβλέψιμο και χαμηλό. Το κράτος παρεμβαίνει ρυθμιστικά για να διατηρεί τις τιμές για τα νοικοκυριά σε ελεγχόμενα επίπεδα.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά μειονεκτική θέση: δεν έχει την υδροηλεκτρική παραγωγή της Σκανδιναβίας, ούτε την πυρηνική της Γαλλίας, έχει όμως τις ΑΠΕ μια και για το 2024, η “καθαρή” ενέργεια από Ανανεώσιμες Πηγές (ΑΠΕ) και μεγάλα υδροηλεκτρικά κάλυψε λίγο παραπάνω από το 50% της συνολικής ζήτησης ηλεκτρισμού. Το άλλο 50% εξαρτάται σημαντικά και από το φυσικό αέριο, το οποίο είναι ακριβό και συχνά καθορίζει την τιμή για όλες τις υπόλοιπες πηγές. Παράλληλα, τα τέλη για τα δίκτυα και τις ΥΚΩ (κυρίως λόγω του κόστους των νησιών) παραμένουν υψηλά.
Ο δύσκολος δρόμος προς τη φθηνότερη ενέργεια
Η πτώση της χονδρικής τιμής είναι ένα θετικό, αλλά όχι αρκετό βήμα. Για να δει ο Έλληνας καταναλωτής πραγματική μείωση στον λογαριασμό του, απαιτούνται δομικές αλλαγές που ξεπερνούν την απλή παραγωγή ενέργειας:
1. Ενίσχυση του Ανταγωνισμού: Δημιουργία συνθηκών για πραγματικό ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων, ώστε να πιεστούν τα περιθώρια κέρδους και το κόστος διαχείρισης κινδύνου.
2. Εκσυγχρονισμός Δικτύων: Επενδύσεις σε “έξυπνα” δίκτυα και αποθήκευση ενέργειας (μπαταρίες) που θα μειώσουν τις απώλειες και θα επιτρέψουν την καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ. Εδώ προφανώς θα μπορούσε να παίξουν σημαντικό ρόλο οι Startups, ελληνικές και ξένες.
3. Εξορθολογισμός Χρεώσεων: Αναθεώρηση του τρόπου υπολογισμού των ρυθμιζόμενων χρεώσεων, ώστε να γίνουν πιο δίκαιες και διαφανείς.
4. Φορολογική Πολιτική: Επανεξέταση της υψηλής φορολογίας στην ενέργεια, ιδίως του υπολογισμού του ΦΠΑ πάνω στο σύνολο των χρεώσεων.
Μέχρι τότε, οι Έλληνες καταναλωτές θα συνεχίσουν να παρακολουθούν το παράδοξο φαινόμενο: το ρεύμα να παράγεται φθηνά, αλλά να φτάνει στον προορισμό του ακριβό, κουβαλώντας στην “πλάτη” του όλα τα κόστη, τις στρεβλώσεις και τις πολιτικές δεκαετιών.
