Διανοητική ιδιοκτησία: Kλειδί για τις Startups αλλά και τους επενδυτές

Μια καλή ιδέα, η εφαρμογή της, και τα μέλη της ομάδας. Αυτά είναι συνήθως τα συστατικά για την επιτυχία μίας νεοφυούς επιχείρησης, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά, και τα στοιχεία στα οποία εστιάζουν οι υποψήφιοι επενδυτές, είτε πρόκειται για VCs, angel investors ή θεσμικούς επενδυτές. Κι αν η ιδέα (ως concept) δεν μπορεί να κατοχυρωθεί και παραμένει ελεύθερη,  εκείνο που  μπορεί – και οφείλει – να κάνει  μία επιχείρηση που επενδύει στην καινοτομία,  είναι να προβεί εγκαίρως σε ενέργειες για την προστασία του δεύτερου και του τρίτου συστατικού, δηλαδή της διανοητικής της ιδιοκτησίας (ΔΙ) και του τρόπου με τον οποίο αυτή αποκαλύπτεται, εντός και εκτός της επιχείρησης. Ο εντοπισμός των δικαιωμάτων της ΔΙ και η επιλογή των κατάλληλων μέσων προστασίας τους οφείλουν να είναι από τις βασικές προτεραιότητες ενός startup, ήδη από τη συγκρότησή του και όχι αργότερα ενόψει μίας πιθανής χρηματοδότησης.

Είναι διαδεδομένη η αντίληψη στο ελληνικό οικοσύστημα, ότι τα δικαιώματα ΔΙ εξαντλούνται στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (για τις εφευρέσεις και το λογισμικό, ανάλογα με τη δικαιοδοσία όπου ζητείται η προστασία), το copyright – δηλαδή το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας – (για το λογισμικό και έργα λόγου, τέχνης κλπ.), και το εμπορικό σήμα (για το brand της επιχείρησης και των προϊόντων της).  Εξίσου σημαντική (υπερ)αξία, ωστόσο, ενσωματώνουν και άλλες μορφές ΔΙ, όπως οι αλγόριθμοι, οι πρακτικές, η τεχνογνωσία, τα βιομηχανικά σχέδια, οι βάσεις δεδομένων και ο τρόπος επεξεργασίας αυτών. Σχεδόν ο,τιδήποτε έχει επιχειρηματική αξία και δεν είναι γνωστό σε τρίτους συνιστά διανοητική ιδιοκτησία και άρα πολλαπλασιαστή της αξίας μίας επιχείρησης, ιδιαίτερα δε των νεοφυών. Με ποιο τρόπο τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα προστατευθούν, σε πιο χρονικό σημείο και σε ποια γεωγραφική περιοχή, πρέπει εξετάζεται στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδιασμού της επιχείρησης, και όχι αποσπασματικά και μεμονωμένα, όπως συμβαίνει συχνά, και να είναι αναπόσπαστο μέρος του business plan μίας νεοφυούς επιχείρησης.

Για παράδειγμα, ορισμένα δικαιώματα ΔΙ ενδεχομένως να είναι προτιμότερο να προστατεύονται ως εμπορικά απόρρητα, άρα μην αποκαλύπτονται στο κοινό και να μην υπόκεινται σε χρονικούς περιορισμούς, αλλά ταυτόχρονα ούτε και σε μονοπώλιο, διακινδυνεύοντας την παράλληλη και ανεξάρτητη ανάπτυξή τους από ανταγωνιστές. Αντιθέτως άλλα είναι  προτιμότερο να αποκαλύπτονται στο κοινό, με την προσδοκία εξασφάλισης αποκλειστικών δικαιωμάτων, σηματοδοτώντας, ωστόσο, αφενός το έναυσμα για τον χρονικό περιορισμό τους και αφετέρου την «πρό(σ)κληση» για την περαιτέρω βελτίωσή τους και εν τέλει την αντικατάστασή τους από τους ανταγωνιστές.

Επίσης, μία διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι τα ανωτέρω ζητήματα δεν απασχολούν τα μέλη ενός startup από το ξεκίνημα, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο όταν η μορφή του προϊόντος/της υπηρεσίας ή ακόμη και το ίδιο το αντικείμενο της επιχείρησης αποκρυσταλλωθούν. Το πόσο προβληματική είναι αυτή η προσέγγιση καταδεικνύεται ιδιαίτερα σε περίπτωση που κάποιος συνεργάτης, ή ακόμη χειρότερα κάποιο ιδρυτικό μέλος, αποχωρήσει από την ομάδα, οπότε ανακύπτουν ζητήματα σχετικά με το τι ανήκει σε ποιον αλλά και πώς μπορεί να αποτραπεί το ενδεχόμενο αποκάλυψης της ΔΙ τσε τρίτους. Στις περιπτώσεις αυτές, η έγκαιρη συμβατική πρόβλεψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μέσω συμβάσεων εμπιστευτικότητας και συμβάσεων εκχώρησης, με οποιονδήποτε έχει και την παραμικρή πρόσβαση στη ΔΙ της επιχείρησης, από τους ιδρυτές έως και τον πλέον περιστασιακούς συνεργάτες ή προμηθευτές, είναι κρίσιμα για την πορεία και τη χρηματοδότηση ενός startup: είναι αυτονόητο ότι πέρα από τα ουσιαστικά ζητήματα που προκύπτουν, κανένας επενδυτής δε θα ήθελε να βρεθεί ενώπιον μίας τέτοιας διαμάχης και να ανακαλύψει, στο πλαίσιο ενός νομικού ελέγχου ή, ακόμα χειρότερα, μετά από έναν επενδυτικό γύρο, ότι δεν υπάρχει μία πλήρης αλυσίδα τίτλων κτήσης των δικαιωμάτων ΔΙ. Ιδιαίτερη μάλιστα προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις όπου στο ξεκίνημα τα ιδρυτικά μέλη ενός startup εργάζονται παράλληλα και σε άλλον εργοδότη, οπότε είναι πιθανό να προκύψει ζήτημα δικαιωμάτων του εργοδότη επί του αποτελέσματος της καινοτόμου δραστηριότητας του εργαζόμενου και ιδρυτή του startup.

Οι  παρανοήσεις αυτές και η εν γένει «χαλαρή» προσέγγιση της προστασίας δικαιωμάτων ΔΙ, αντικατοπτρίζεται και σε διεθνείς δείκτες καινοτομίας και εφευρετικής δραστηριότητας, όπου η χώρα μας καταλαμβάνει συνήθως δυσανάλογα χαμηλές θέσεις σε σχέση με την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου της. Επομένως, η ανάδειξη της στρατηγικής προστασίας των δικαιωμάτων ΔΙ, δεν είναι κρίσιμη μόνο για τα ίδια τα startups αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με την προώθηση της καινοτομίας και την προσέλκυση επενδύσεων στο εγxώριο οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων.

 

Μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα
Ακολουθήστε μας στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις