Του Παναγιώτη Λολώνη, Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Γεωχωριών Πληροφοριών στο Ελληνικό Κτηματολόγιο
Όταν οι πρωτοπόροι του Εθνικού Κτηματολογίου σχεδίαζαν να αναπτύξουν το εν λόγω σύστημα είχαν κατά νου μεγάλα όνειρα.
Οραματίζονταν να ιδρύσουν ένα θεσμό που θα μπορούσε να καταγράψει και να διασφαλίσει την ακίνητη περιουσία στη χώρα, να διευκολύνει τη διαχείρισή της και να εξυπηρετήσει ένα μεγάλο εύρος οικονομικών, περιβαλλοντικών και αναπτυξιακών δραστηριοτήτων της χώρας. Βασικό ρόλο στην επίτευξη του ανωτέρω στόχου είχαν τα γεωχωρικά δεδομένα, τα οποία θα δημιουργούνταν κατά τη διαδικασία της σύνταξης και λειτουργίας του Κτηματολογίου.
Η αλήθεια είναι ότι με το ξεκίνημα της προσπάθειας αυτής, οι γεωχωρικές υποδομές της χώρας ήταν πενιχρές. Η χώρα δεν διέθετε χάρτες κατάλληλης ακρίβειας και φερεγγυότητας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως υπόβαθρα για την απεικόνιση των ακινήτων, ούτε διέθετε μια σειρά από άλλα γεωγραφικά στοιχεία που ήταν απαραίτητα για την ανάπτυξη και λειτουργία ενός σύγχρονου κτηματολογίου. Όλα σχεδόν θα έπρεπε να γίνουν εξ αρχής.
Πράγματι, η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου συνέβαλε στο να δημιουργηθεί μια αξιόλογη γεωχωρική υποδομή για τη χώρα. Πρώτα απ’ όλα, δημιουργήθηκε ένα υπερ-σύγχρονο σύστημα εντοπισμού θέσης, βασισμένο σε δορυφορικές τεχνολογίες GPS, που επιτρέπει τη διεξαγωγή μετρήσεων στο πεδίο με ακρίβεια λίγων μόλις εκατοστών σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιείται αδιάλειπτα εδώ και δεκαέξι χρόνια εξυπηρετώντας πάνω από 2.000 χρήστες, σε ένα πολύ ευρύ φάσμα εφαρμογών που εκτείνεται από την αποτύπωση ακινήτων και τη χάραξη κατασκευών έως την εφαρμογή μεθόδων της «γεωργίας ακριβείας» και την παρακολούθηση της κίνησης οχημάτων σε πραγματικό χρόνο.
Σε ότι αφορά την χαρτογραφική υποδομή, κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, δημιουργήθηκαν έγχρωμοι χάρτες μεγάλης κλίμακας κατά τα έτη 2007-2009 και 2014-2016, που αποτέλεσαν τη βάση για τη σύνταξη του Κτηματολογίου στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Μέχρι και χάρτες του 1945/1960 απαιτήθηκε να γίνουν για να προσδιοριστούν τα δάση και οι δασικές εκτάσεις εκείνη την περίοδο και να χρησιμοποιηθούν για τη διασφάλιση της δημόσιας περιουσίας στις αντίστοιχες περιοχές.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τις ακτογραμμές της χώρας, τους «πλεύσιμους» ποταμούς και τις «μεγάλες» λίμνες, όπου, προκειμένου να οριοθετηθούν δημόσιες εκτάσεις όπως είναι ο αιγιαλός και οι όχθες ποταμών και λιμνών, δημιουργήθηκαν κατάλληλα χαρτογραφικά υπόβαθρα πολύ υψηλής ανάλυσης και ακρίβειας.
Όλα αυτά τα δεδομένα αποτελούν το βασικό κορμό της γεωχωρικής υποδομής της χώρας και χρησιμοποιούνται κατά κόρον για την κάλυψη όχι μόνο των αναγκών του Κτηματολογίου αλλά και πολλών άλλων αναγκών. Επειδή δε, τα δεδομένα αυτά, βάσει των οριζόμενων στο υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν τμήμα των δεδομένων «υψηλής αξίας», έχουν μεγάλη προοπτική για επαναχρησιμοποίηση και αξιοποίηση στη δημιουργία νέων προϊόντων και υπηρεσιών τόσο μέσω παραδοσιακών τεχνικών όσο και μέσω νεοφυών και καινοτόμων προσεγγίσεων.
Φυσικά, η προσπάθεια για περαιτέρω εξέλιξη και ανάπτυξη δεν σταματάει εδώ. Ήδη έχουν υλοποιηθεί ή υπάρχουν σε εξέλιξη δράσεις που αποσκοπούν στη διεύρυνση του καταλόγου των εν λόγω διαθέσιμων δεδομένων, τη συστηματική επικαιροποίησή τους, τη διαρκή βελτίωση της ποιότητά τους και τη δημιουργία
νέων είτε με σύνθεση από ήδη υπάρχοντα δεδομένα είτε με εκ νέου συλλογή με χρήση καινοτόμων μεθόδων (π.χ. LIDAR).
Με αυτό τον τρόπο, αφενός μεν, η χώρα μας θα αποκτήσει και αυτή μια σύγχρονη υποδομή γεωχωρικών δεδομένων, εφάμιλλη, αν όχι καλύτερη, των υποδομών που έχουν άλλες ανεπτυγμένες Ευρωπαϊκές χώρες, αφετέρου δε, το Ελληνικό Κτηματολόγιο θα μπορέσει να φανεί αντάξιο των προσδοκιών του κόσμου και των απαιτήσεων της εποχής μας.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Startupper MAG #74

