Σήμερα, 23 Ιουνίου 2026, η Βρετανία γιορτάζει. Ή μάλλον, θρηνεί πάνω από τα συντρίμμια της «απελευθέρωσής» της. Κλείνουμε αισίως ακριβώς δέκα χρόνια από εκείνη τη μέρα του 2016 που ο βρετανικός λαός, μεθυσμένος από τον λαϊκισμό, τον εθνικό εξαιρετισμό και τα χονδροειδή ψέματα, αποφάσισε να αυτοπυροβοληθεί στο πόδι ψηφίζοντας υπέρ του Brexit.
Δέκα χρόνια μετά, το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική και οικονομική φάρσα που θυμίζει έντονα —και εξίσου τραγικά— το δικό μας εγχώριο έπος της αυταπάτης.
Το Βρετανικό «τσίρκο»: 6 Πρωθυπουργοί και το μεγάλο «Μετάνιωσα»
Αν το Brexit ήταν βρετανική κωμωδία, οι σεναριογράφοι θα είχαν ξεμείνει από ιδέες. Χθες, στις 22 Ιουνίου 2026, ο Κιρ Στάρμερ έγινε ο 6ος Πρωθυπουργός που παραιτείται μετά το δημοψήφισμα. Κάμερον, Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ και τώρα Στάρμερ. Η άλλοτε κραταιά Ντάουνινγκ Στριτ έχει μετατραπεί σε πολιτικό Airbnb βραχυχρόνιας μίσθωσης, όπου οι ηγέτες περνούν απλώς για να αφήσουν τα κλειδιά στον επόμενο, ανήμποροι να διαχειριστούν την “επιτυχία” της απομόνωσης.
Και ο «πάνσοφος κυρίαρχος λαός»; Εκείνοι που πίστεψαν ότι τα εκατομμύρια λιρών που έφευγαν προς τις Βρυξέλλες θα κατέληγαν ως δια μαγείας στα βρετανικά νοσοκομεία; Σήμερα, μετά από μια δεκαετία πληθωρισμού, άδειων ραφιών και γραφειοκρατικού εφιάλτη, τα δεδομένα μιλούν από μόνα τους. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, σχεδόν τα δύο τρίτα των Βρετανών ψηφοφόρων, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, μετανιώνουν για την επιλογή τους και αναγνωρίζουν ότι η αποχώρηση είχε αρνητικό αντίκτυπο στη χώρα. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό του απόλυτου αδιεξόδου είναι ότι τα 3/4 των πολιτών πλέον επιθυμούν διακαώς την επιστροφή σε στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Βρετανοί ψηφοφόροι εκλιπαρούν γονατιστοί να βρουν την πόρτα επιστροφής στο μαντρί, από το οποίο οι ίδιοι απαίτησαν να αποδράσουν, με τον Νάιτζελ Φάρατζ – τον Βρετανό πολιτικό και επιχειρηματία που ηγείται του Reform UK και είχε πρωταγωνιστήσει στο Brexit να είναι ο μοναδικός που χαίρεται και όσοι τον ψηφίζουν.
Έχουμε και τους δικούς μας μαθητευόμενους μάγους που έκαναν το «ΟΧΙ», «ΝΑΙ» σε μια νύχτα
Πριν όμως αρχίσουμε να γελάμε με το βρετανικό πάθημα, ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Εμείς είχαμε ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο βιβλίο της σειράς «Δημοψηφίσματα για Αφελείς» ακριβώς έναν χρόνο νωρίτερα.
Ήταν 5 Ιουλίου 2015, σε ένα κρεσέντο πολιτικού τυχοδιωκτισμού, ο Αλέξης Τσίπρας έστησε κάλπες με ένα ακαταλαβίστικο ερώτημα για μια ευρωπαϊκή πρόταση που είχε ήδη λήξει. Ο λαός, τυφλωμένος από την υπόσχεση ότι οι αγορές θα “χορεύουν πεντοζάλη” και τα μνημόνια θα σχιστούν με έναν νόμο και ένα άρθρο, βγήκε στις πλατείες και ψήφισε περήφανα «ΟΧΙ» με 61,3%.
Τι απέγινε εκείνο το συγκινητικό, ανυπότακτο «ΟΧΙ»; Η κυβέρνηση το πήρε, το δίπλωσε προσεκτικά στο αεροπλάνο για τις Βρυξέλλες, και μέσα σε λίγα 24ωρα το μετέτρεψε σε ένα μεγαλοπρεπές «ΝΑΙ» σε ένα τρίτο, ακόμα πιο σκληρό μνημόνιο και περίπου άλλα 100 δισ. δάνεια. Το δημοψήφισμα του 2015 παραμένει το απόλυτο case study του πώς η απελπισία της μάζας μετατρέπεται σε εργαλείο στα χέρια της δημαγωγίας.
Η πικρή αλήθεια: Ο λαός δεν είναι (πάντα) σοφός
Και στις δύο περιπτώσεις, καταρρέει με πάταγο ο μεγαλύτερος μύθος των σύγχρονων δημοκρατιών: η ιερότητα και η «αλάθητη κρίση» του λαού.
Όχι, ο λαός δεν είναι σοφός από τη φύση του, ειδικά όταν του ζητάς να λύσει περίπλοκα μακροοικονομικά και γεωπολιτικά αδιέξοδα μέσω ενός απλουστευμένου διλήμματος της κάλπης. Όταν στήνεις δημοψηφίσματα-παγίδες, παραδίδεις τους πολίτες βορά στους λαϊκιστές.
- Ο Νάιτζελ Φάρατζ και ο Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία πούλησαν ιμπεριαλιστική νοσταλγία και «ανάκτηση ελέγχου».
- Το δίδυμο Τσίπρα-Βαρουφάκη στην Ελλάδα πούλησε εθνική υπερηφάνεια χωρίς αντίκρισμα και «ρήξη» εκ του ασφαλούς.
Και ο κόσμος αγόρασε τα παραμύθια, απλώς επειδή η φαντασίωση είναι πάντα πιο ελκυστική από τον λογαριασμό.
Τα δημοψηφίσματα στα χέρια των δημαγωγών δεν αποτελούν τη γιορτή της δημοκρατίας, αλλά τον πιο σύντομο δρόμο για τον συλλογικό αυτοχειριασμό. Το μόνο που κερδίζει τελικά ο «κυρίαρχος λαός» όταν ψηφίζει με βάση τον θυμό και τις ουτοπίες, είναι ένα βαρύτατο hangover – και την τραγική υποχρέωση να πληρώσει ο ίδιος, και μάλιστα ακριβά, τα σπασμένα της αυταπάτης του.
