Οι Startups ανεβάζουν το επίπεδο της ελληνικής καινοτομίας

Ελλιπής ωστόσο κρίνεται η χρηματοδότηση της ποιοτικής έρευνας μεταξύ πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων.

«Θεσμικοί φορείς και επιχειρηματική αξιοποίηση της ελληνικής έρευνας» βρέθηκαν στο επίκεντρο της ενημέρωσης των μελών της Επιτροπής Έρευνας και Τεχνολογίας από τον Σπύρο Αρταβάνη-Τσάκωνα, πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) και ομότιμο καθηγητή στο Harvard Medical School και στο Collège de France και τον Περικλή Α. Μήτκα, πρόεδρο της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) και καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Και οι δύο καθηγητές χαρακτήρισαν την ενίσχυση της χρηματοδότησης της πανεπιστημιακής έρευνας και της διασύνδεσης της με την αγορά εργασίας και την αναβάθμιση της ποιοτικής έρευνας, ως κλειδί στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα εστίασαν στα διαχρονικά προβλήματα που υπάρχουν, τονίζοντας την ανάγκη διαμόρφωσης ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου για την έρευνα, που όπως είπαν, πρέπει να έχει διακομματική στήριξη.

«Βλέπουμε ότι αλλάζει το κλίμα, γίνονται συστηματικές προσπάθειες για την ένταξη του ελληνικού χάρτη της καινοτομίας στο διεθνές επίπεδο, υπάρχει καλό κλίμα αυτή τη περίοδο, το βλέπουμε με ηχηρές εξαγωγές ελληνικών εταιριών, όμως οι δείκτες δεν είναι ακόμα ικανοποιητικοί», ανέφερε ο πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), Περικλής Μήτκας.

«Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η πλήρης καταγραφή του ελληνικού χάρτη όλων των ερευνητικών κέντρων και των προγραμμάτων. Είναι πολύ σημαντικό να γίνει αξιολόγηση ωριμότητας των ερευνητικών προγραμμάτων. Έτσι θα έχουμε εικόνα άμεσης αξιοποίησης της ελληνικής έρευνας στις διεθνείς αγορές και μπορούμε να προχωρήσουμε σε στοχευμένη χρηματοδότηση», σημείωσε.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ), Σπύρος Αρταβάνης-Τσάκωνας.

«Πρέπει να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά ώστε να προωθήσουμε την ποιότητα της ελληνικής έρευνας και πρέπει να είναι διακομματική η στήριξη. Η έρευνα είναι ίσως η μοναδική ευκαιρία για να επενδύσουμε, σαν μικρή χώρα που είμαστε. Δεν έχουμε άλλη επιλογή για να είμαστε ανταγωνιστικοί. Η επένδυση στην έρευνα είναι αναγκαιότητα, όχι πολυτέλεια», είπε και συμπλήρωσε:

«Βρισκόμαστε σε κομβικό σημείο και ο διάλογος μεταξύ επιστημονικής κοινότητας και πολιτικής είναι απαραίτητος περισσότερο από ποτέ. Η γνώση και η έρευνα αποτελούν τεράστιο κεφάλαιο για τον τόπο μας από οικονομικής και εκπαιδευτικής άποψης». Προϋπόθεση για τις καινοτόμες ιδέες, κατά τον ομιλητή, είναι αποκλειστικά μία – η ποιότητα της έρευνας. «Μόνο αυτή μπορεί να ανταγωνίζεται σε διεθνές επίπεδο. Δεν είναι δυνατόν να φτιάξουμε ένα σύστημα που θα προωθεί την έρευνα αν δεν είναι διεθνώς ανταγωνιστική. Δεν προχωράμε μπροστά. Στο Startup υπάρχει τεράστια όρεξη, όμως δυστυχώς δεν έρχονται από τον ουρανό οι επιτυχίες, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας καλής ιδέας που θα έρθει από ένα ερευνητικό γραφείο ή εργαστήριο».

«Η ελληνική έρευνα θα μπορούσε να σταθεί στον πυρήνα της αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας. Η Ελλάδα παράγει περισσότερους επιστήμονες από ότι απορροφά. Θα μπορούσε ένα μέρος των αξιόλογων αυτών επιστημόνων να αξιοποιηθεί στη χώρα μας στην έρευνα και στην καινοτομία σε νέες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Το βλέπουμε ήδη να γίνεται σε ορισμένες περιοχές. Η έρευνα είναι μοχλός ανάπτυξης πραγματικά και πρέπει να στηριχτεί. Οι Έλληνες ερευνητές δουλεύουν κυρίως για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Εκεί πρέπει να παρέμβουμε για να εισάγουμε χρηματοδοτήσεις για τα ελληνικά δεδομένα. Δεν υπάρχει σαφώς καθορισμένη ερευνητική πολιτική. Η χωρίς διάρκεια έρευνα, οι αλλαγές και οι αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις, τα διαφορετικά τύπου ερευνητικά προγράμματα δεν οδηγούν σε προστιθέμενης αξίας προγράμματα», υπογράμμισε από την πλευρά του ο πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης, Περικλής Μήτκας.

Ανάγκη ενίσχυσης των ερευνητικών προγραμμάτων των πανεπιστημίων διασύνδεσής τους με την αγορά εργασίας

«Τα ελληνικά πανεπιστήμια ήρθαν πιο κοντά με τις επιχειρήσεις, έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα, όμως έχουμε ακόμα απόσταση να διανύσουμε για να πούμε ότι φτάσαμε εκεί που πρέπει. Βαδίζουμε πάντως στη σωστή κατεύθυνση. Από τα 716 εκατ. ευρώ που διοχετεύτηκαν το 2019 στα πανεπιστήμια για ερευνητικά προγράμματα, τα 56 εκατ. ευρώ προήλθαν από επιχειρήσεις. Η σχέση των πανεπιστημίων με την οικονομία της βιομηχανίας και της αγοράς εργασίας έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, έγιναν σημαντικά βήματα, ξεπεράστηκε η δυσπιστία. Έγιναν σημαντικά βήματα προσέγγισης των ΑΕΙ με την αγορά εργασίας.

Οι επιδόσεις μας είναι αρκετά καλές για την προσέλκυση κονδυλίων από ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα. Η παρουσία των ελληνικών πανεπιστημίων στις διεθνείς λίστες κατάταξης παραμένει σχετικά ισχυρή», ανέφερε ο κ. Μήτκας και συνέχισε: «Η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα δεν είναι πια ταμπού, προσφέρονται από όλα τα πανεπιστήμια. Είναι σημαντική ανάγκη η καταγραφή της καινοτομίας και των δυνατοτήτων των πανεπιστημίων».

«Αναμένουμε σημαντικά ερευνητικά κονδύλια τα επόμενα χρόνια. Πολλές ευκαιρίες θα αναδυθούν για νέες ερευνητικές οντότητες. Θα πρέπει να αποφασίσουμε αν τα πανεπιστήμια μας θα αποτελέσουν κινητήρια δύναμη ανάπτυξης για να μεταφέρουν την έρευνα στην οικονομία.», κατέληξε ο κ. Μήτκας.

Έμφαση στην ποιότητα της έρευνας, έδωσε ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ), Σπύρος Τσάκωνας, τονίζοντας ότι είναι το κλειδί για να την προώθηση και την ανταγωνιστικότητα στο διεθνές περιβάλλον.

«Πολλοί επιστήμονες μας τελειώνουν με πολύ καλές σπουδές στην Ελλάδα και φεύγουν γιατί δεν βρίσκουν δουλειά. Αυτό είναι καταστροφικό. Είμαστε πολύ λίγοι για να χάνουμε ανθρώπους. Η έρευνα στην Ελλάδα δεν είναι ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο πέραν κάποιων εξαιρέσεων. Λάθος», σχολίασε ο ίδιος.

«Απαιτείται αναβάθμιση της ελληνικής έρευνας. Η επιστήμη έκανε άλματα και μας άφησε πίσω. Η Ελλάδα πρέπει να ανταγωνιστεί σε πεδία που έχουμε βάση. Έτσι μπορούμε να αναπτύξουμε ένα ‘έξυπνο επιχειρείν‘, βασισμένο στην έρευνα», τόνισε. Ταυτόχρονα, μίλησε για «θεμελιώδεις αιτίες που δεν επέτρεψαν να αναπτυχθεί η ελληνική έρευνα»:

  • Η παροχή χρημάτων γίνεται χωρίς κανένα στρατηγικό σχέδιο και χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια που έπρεπε να γίνουν από ανεξάρτητους, διεθνούς επιστημονικού κύρους αξιολογητές.
  • Υπάρχει διαχρονικά έλλειψη σταθερής προβλέψιμης χρηματοδότησης της έρευνας.
  • Οι λίγες, περιορισμένες πηγές χρημάτων είναι κατακερματισμένες. Υπάρχει απόλυτη έλλειψη συγχρονισμού μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων για την χρηματοδότηση.
  • Η γραφειοκρατία επικρατεί σε όλα τα επίπεδα και αποτελεί τροχοπέδη στην αναβάθμιση ης έρευνας.
  • Τα ΕΛΚΕ είναι συνδεδεμένα με το δημόσιο λειτουργικό και θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό αν αποδεσμευτούν.
  • Υπάρχει διοικητικός διαχωρισμός της έρευνας μεταξύ των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων.
  • Διαπιστώνεται ανυπαρξία στρατηγικής χρηματοδότησης της έρευνας.

«Έχω δει από το Ταμείο Ανάκαμψης να έχουν εγκριθεί προγράμματα a priori, τα οποία κατά τη γνώμη μου στέκονται σε σαθρές επιστημονικές βάσεις. Πως είναι δυνατόν; Κλειδί για να πάμε μπροστά, είναι να εξασφαλιστεί ένας σωστός μηχανισμός, ώστε η χρηματοδότηση να γίνεται με σωστό τρόπο και να μην σπαταλιούνται πόροι. Η Ελλάδα δεν έχει ένα κεντρικό όργανο να χαράσσει ερευνητική στρατηγική και να μοιράζει αξιοκρατικά τα κονδύλια. Η έλλειψη ενός τέτοιου οργανισμού, η μη σταθερή πολιτική στην έρευνα, η αποσπασματική και αδιαφανής σπατάλη και η μη αξιοκρατία, δεν βοηθά την ελληνική έρευνα να αναβαθμιστεί», επεσήμανε.

«Υπάρχουνε μορφές χρηματοδότησης και δεν είναι αμελητέες. Η μόνη λύση για να διορθωθούν τα διαχρονικά αυτά προβλήματα, είναι η δημιουργία ενός ενιαίου φορέα έρευνας.», κατέληξε ο κ. Τσάκωνας.

Μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα
Ακολουθήστε μας στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις