Οι επιπτώσεις της συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας στην επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Αθηναίων, αναλύονται κατά κλάδο σε μελέτη της ICAP Group, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Κέντρου Στήριξης Επιχειρηματικότητας του Δήμου Αθηναίων.
Η δεύτερη έρευνα αποτελεί ανανέωση της προηγούμενης έκδοσης και παρουσιάζει τα «Μικροοικονομικά Δεδομένα Επιχειρήσεων ΑΕ και ΕΠΕ» για την περίοδο 2010-2013. Τα συμπεράσματά της, όπως και οι μελλοντικές μελέτες και έρευνες, θα τηρούνται σε ανοιχτή βάση επικαιροποιημένων δεδομένων για τις αθηναϊκές επιχειρήσεις και τους επενδυτές.
Για την δεύτερη μελέτη αναλύθηκαν οι δημοσιευμένοι ισολογισμοί της περιόδου 2010-2013, για 6.700 επιχειρήσεις νομικής μορφής ΑΕ και ΕΠΕ, που εδρεύουν εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Αθηναίων.
Βάσει των στοιχείων των δημοσιευμένων ισολογισμών, έτσι όπως αυτά καταγράφονται στη Βάση Δεδομένων του Κέντρου Στήριξης Επιχειρηματικότητας, o συνολικός αριθμός των αθηναϊκών επιχειρήσεων που δημοσίευσε ισολογισμό το 2013, ανέρχεται σε 3.111. Οι εταιρείες αυτές συμβάλλουν στη διαμόρφωση του προϊόντος για τους 63 από τους 99 συνολικά κλάδους άσκησης οικονομικής δραστηριότητας της ελληνικής οικονομίας.
Η συντριπτική πλειοψηφία (>85%) δραστηριοποιείται σε 18 κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, οι οποίοι συγκεντρώνονται κυρίως στον τομέα του εμπορίου, των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων, καθώς και των κατασκευών.
Το 2013 ο συνολικός κύκλος εργασιών τους ανήλθε περίπου σε 10,2 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα, πάνω από το 85% του συνολικού κύκλου εργασιών διαμορφώνεται σε 18 κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, οι οποίοι συγκεντρώνονται κυρίως στον τομέα του εμπορίου, της μεταποίησης, καθώς και των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων.
Σε όρους μεγέθους, η πλειοψηφία (≈70%) των επιχειρήσεων που εδρεύουν εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Αθηναίων κατατάσσεται στην κατηγορία των πολύ μικρών. Ακολουθεί η κατηγορία των μικρών επιχειρήσεων με μερίδιο περίπου 25%, ενώ η κατηγορία των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων συγκεντρώνει μόλις το 5% του συνολικού πληθυσμού.
Εξετάζοντας ωστόσο τη συμμετοχή τους στη διαμόρφωση του συνολικού τζίρου, προκύπτει ότι η συμβολή των πολύ μικρών επιχειρήσεων δεν ξεπερνά το 15%, με την αντίστοιχη συμβολή των μικρών επιχειρήσεων να διαμορφώνεται περίπου στο 25%. Το υπόλοιπο 60% του διαμορφουμένου τζίρου είναι αποτέλεσμα της δραστηριότητας των μεσαίων και κυρίως των μεγάλων επιχειρήσεων (25% και 35% αντίστοιχα).
Τα κύρια ευρήματα αυτής της μελέτης
– Εστιάζοντας στις αθηναϊκές επιχειρήσεις που δημοσίευσαν ισολογισμό για το σύνολο των χρήσεων της περιόδου 2010-2013, οι συνολικές απώλειες την εν λόγω περίοδο ξεπέρασαν τα 2,2 δισ. ευρώ. Το 2013 ο συνολικός κύκλος εργασιών κατέγραψε μείωση της τάξης του 3,7% έναντι του 2012, ενώ η μέση ετήσια μεταβολή στην περίοδο αναφοράς διαμορφώνεται στα επίπεδα του -6,5%, γεγονός που δείχνει τη συνεχή επιδείνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας τη συγκεκριμένη περίοδο.
– Το 2013 οι καθαρές ζημιές των ΑΕ και ΑΠΕ περιορίσθηκαν στα 634,5 εκατ. ευρώ (έναντι 1,1 δισ. ευρώ το 2012), ήτοι στα χαμηλότερα επίπεδα της υπό εξέταση περιόδου. Αντίστοιχη ενίσχυση σημειώνει και το μερίδιο των κερδοφόρων εταιρειών (54,4% το 2013 έναντι 51,2% το 2012).
– Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι το καθαρό και λειτουργικό περιθώριο κέρδους των υπό εξέταση εταιρειών το 2013 να διαμορφώνεται μεν σε αρνητικά επίπεδα (-6,6% και -3,3% αντίστοιχα), σημειώνοντας ωστόσο αισθητή βελτίωση έναντι του 2012.
Η εικόνα κατά κλάδο επιχειρηματικής δραστηριότητας
– Σε γενικές γραμμές, όλοι οι κλάδοι ενδιαφέροντος καταγράφουν σημαντικές απώλειες στον κύκλο εργασιών τους κατά την περίοδο 2010-2013, με εξαίρεση τον κλάδο των διοικητικών δραστηριοτήτων γραφείου, που παρουσιάζει μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 8%, η οποία οφείλεται κυρίως στις υπηρεσίες είσπραξης απαιτήσεων και γραφείων πίστωσης.
– Εστιάζοντας ωστόσο στο 2013, παρατηρείται μικρή ανάκαμψη του κύκλου εργασιών για την πλειοψηφία των κλάδων ενδιαφέροντος, με τη μεγαλύτερη αύξηση να σημειώνει ο κλάδος των καταλυμάτων, της εστίασης, των δραστηριοτήτων προγραμματισμού Η/Υ και του λιανικού εμπορίου.
– Σε επίπεδο κερδοφορίας (βάσει καθαρών κερδών προ φόρου εισοδήματος), διαπιστώνεται ότι το 2013 οι κερδοφόρες εταιρείες αντιπροσώπευαν το 54,4% του συνόλου. Οι περισσότερες κερδοφόρες επιχειρήσεις συναντώνται στον κλάδο του προγραμματισμού Η/Υ, με το ποσοστό τους στον κλάδο το 2013 αγγίζει το 70%, σημειώνοντας ωστόσο συνεχή υποχώρηση από το 2010. Ακολουθεί ο κλάδος των διοικητικών δραστηριοτήτων γραφείου με το ποσοστό των κερδοφόρων εταιρειών το 2013 να ανέρχεται σε 69% και ο κλάδος των δραστηριοτήτων ταξιδιωτικών πρακτορείων με ποσοστό κερδοφόρων εταιρειών 63%. Αντίθετα, οι περισσότερες ζημιογόνες εταιρείες συναντώνται στους κλάδους της εστίασης και των καταλυμάτων, με το ποσοστό τους το 2013 να αγγίζει το 67% και 62% αντίστοιχα.
– Ιδιαίτερα αρνητικά επίπεδα δεικτών λειτουργικού και καθαρού κέρδους εμφανίζουν την περίοδο 2010-2013 οι κλάδοι της εστίασης, των καταλυμάτων και των εκδοτικών δραστηριοτήτων. Αντίθετα, ο κλάδος των διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων γραφείου και των ταξιδιωτικών πρακτορείων είναι οι μοναδικοί οι οποίοι εμφανίζουν (έστω και οριακά) θετικό περιθώριο καθαρού λειτουργικού περιθωρίου κέρδους καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς.
– Η αποδοτικότητα τόσο των ίδιων κεφαλαίων όσο και των συνολικά απασχολουμένων κεφαλαίων των εταιρειών βαίνει πτωτική και κινείται σε αρνητικά επίπεδα καθ’ όλη την περίοδο 2010-2013. Ωστόσο, το 2013 παρατηρείται μικρή βελτίωση των συνθηκών αποδοτικότητας (συγκριτικά με το 2011 και 2012), με αποτέλεσμα οι σχετικοί δείκτες να διαμορφώνονται σε ελαφρώς αρνητικά επίπεδα (-6% και -3,7% αντίστοιχα)
– Η σχέση των ξένων προς τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων κυμαίνεται το 2013 κοντά στο 1,4, παρουσιάζοντας σε γενικές γραμμές σταθεροποιητικές τάσεις καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, γεγονός που οφείλεται στις ταυτόχρονες μειώσεις ιδίων κεφαλαίων και (μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων) υποχρεώσεων. Ειδικότερα, τα ίδια κεφάλαια μειώθηκαν κατά 6% την περίοδο 2010-2013, ενώ οι μεσοπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις σημείωσαν αντίστοιχη μείωση της τάξης του 5,6%.
– Το ενεργητικό των επιχειρήσεων διαμορφώθηκε το 2013 σε €25 δισ., επίπεδα αισθητά χαμηλότερα έναντι του 2010. Η εν λόγω μείωση καταγράφεται αναλογικά μεγαλύτερη στα στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού παρά στα καθαρά πάγια. Εντονότερος είναι ο ρυθμός συρρίκνωσης των στοιχείων του ενεργητικού στους κλάδους των εκδοτικών δραστηριοτήτων και του χονδρικού εμπορίου.
– Σταθεροποιητικές χαρακτηρίζονται οι συνθήκες ρευστότητας των υπό εξέταση επιχειρήσεων, καθόλη την περίοδο αναφοράς, με τους σχετικούς δείκτες να διαμορφώνονται σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα. Το 2013 ο δείκτης γενικής ρευστότητας των επιχειρήσεων διαμορφώνεται στο 1,23, ενώ σε χαμηλότερα επίπεδα διαμορφώνονται οι δείκτες άμεσης και ταμειακής ρευστότητας (1,0 και 0,28 αντίστοιχα).
Το μέσο χρονικό διάστημα για την είσπραξη των απαιτήσεων εκ μέρους των επιχειρήσεων διαμορφώθηκε το 2013 σε 139 ημέρες, ενώ σε αντίστοιχα επίπεδα διαμορφώθηκε και ο μέσο χρονικό διάστημα εξόφλησης των υποχρεώσεων (128 ημέρες).
