Η Apple εξαγόρασε την MotionVFX, εταιρεία που αναπτύσσει plug-ins, templates και προηγμένες δυνατότητες για το λογισμικό επεξεργασίας βίντεο Final Cut Pro. Οι οικονομικοί όροι της συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Σε ανακοίνωσή της, η MotionVFX εξέφρασε τον ενθουσιασμό της για την ένταξή της στην Apple, τονίζοντας ότι για περισσότερα από 15 χρόνια στόχος της ήταν η δημιουργία ποιοτικού και οπτικά εντυπωσιακού περιεχομένου για επαγγελματίες video editors. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι αξίες της —ποιότητα, ευκολία χρήσης και εξαιρετικός σχεδιασμός— ευθυγραμμίζονται με τη φιλοσοφία της Apple, όπως αναφέρει το TechCrunch.
Η MotionVFX, με έδρα τη Βαρσοβία που ιδρύθηκε το 2009, προσφέρει συνδρομητικά πακέτα που ξεκινούν από 29 δολάρια τον μήνα, παρέχοντας πρόσβαση σε επαγγελματικά εργαλεία επεξεργασίας βίντεο, γραφικά και templates. Η εξαγορά εκτιμάται ότι θα οδηγήσει στην ενσωμάτωση των εργαλείων της εταιρείας στις υπηρεσίες της Apple.
Η κίνηση αυτή ενδέχεται να ενισχύσει τη θέση της Apple στον ανταγωνισμό με το Adobe Premiere Pro και γενικότερα με τη σουίτα Adobe Creative Cloud.
Υπενθυμίζεται ότι τον Ιανουάριο η Apple παρουσίασε το Creator Studio, ένα συνδρομητικό πακέτο που περιλαμβάνει έξι δημιουργικές εφαρμογές και premium περιεχόμενο για τις εφαρμογές iWork. Το πακέτο κοστίζει 12,99 δολάρια τον μήνα ή 129 δολάρια ετησίως και περιλαμβάνει πρόσβαση σε εφαρμογές όπως Final Cut Pro, Logic Pro και Pixelmator Pro σε Mac και iPad, καθώς και Motion, Compressor και MainStage σε Mac. Επιπλέον, προσφέρει premium περιεχόμενο για Keynote, Pages και Numbers.
Μέσω της εξαγοράς της MotionVFX, η Apple στοχεύει να προσελκύσει περισσότερους συνδρομητές στο Creator Studio, ενισχύοντας παράλληλα την ελκυστικότητα των δημιουργικών της εργαλείων.
Ταυτόχρονα, η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη ανάπτυξη του τομέα υπηρεσιών της εταιρείας, ο οποίος τα τελευταία χρόνια αποτελεί έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, το συγκεκριμένο τμήμα αντιπροσώπευσε πάνω από το 26% των συνολικών εσόδων στο τελευταίο οικονομικό έτος, έναντι μόλις 8,5% το 2015.
