Της Στέλλας Τσιτσούλα, Πρόεδρο του Ελληνικού Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας, Αντιπρόεδρο του Women4Cyber Greece
Για πολλά χρόνια αντιμετωπίζαμε την κυβερνοασφάλεια ως ένα τεχνικό ζήτημα που αφορούσε κυρίως τα πληροφοριακά συστήματα και τους ειδικούς της τεχνολογίας. Σήμερα, όμως, γνωρίζουμε ότι πρόκειται για κάτι πολύ ευρύτερο. Η κυβερνοασφάλεια επηρεάζει την οικονομική ανάπτυξη, τη λειτουργία του κράτους, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και, τελικά, την εμπιστοσύνη των πολιτών στις ψηφιακές υπηρεσίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επαναπροσδιορίζει το πλαίσιο της κυβερνοασφάλειας μέσω της πρότασης αναθεώρησης του Cyberse-curity Act 2.0 (CSA2). Ο αρχικός Κανονισμός του 2019 δημιούργησε τις βάσεις για ένα ευρωπαϊκό σύστημα πιστοποίησης κυβερνοασφάλειας και ενίσχυσε τον ρόλο του ENISA. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι
διαφορετική. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι υπηρεσίες cloud, οι σύνθετες ψηφιακές αλυσίδες αξίας και οι γεωπολιτικές εξελίξεις, δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Η πραγματική αξία του CSA2 δεν βρίσκεται μόνο στις νέες ρυθμίσεις που εισάγει. Βρίσκεται στο γεγονός ότι αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κυβερνοασφάλεια. Δεν τη θεωρεί πλέον απλώς μηχανισμό προστασίας απέναντι στις κυβερνοεπιθέσεις, αλλά βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία εμπιστοσύνης στην ψηφιακή οικονομία. Σε μια εποχή όπου η αξία παράγεται ολοένα και περισσότερο από δεδομένα, λογισμικό και ψηφιακές υπηρεσίες, η εμπιστοσύνη μετατρέπεται σε οικονομικό κεφάλαιο. Οι οργανισμοί που μπορούν να αποδείξουν ότι λειτουργούν με ασφάλεια, ότι διαχειρίζονται υπεύθυνα τους κινδύνους και ότι χρησιμοποιούν αξιόπιστες τεχνολογίες θα διαθέτουν πλέον ένα ουσιαστικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η έννοια της ψηφιακής κυριαρχίας (Digital Sovereignty). Συχνά παρερμηνεύεται ως τεχνολογική απομόνωση ή προστατευτισμός. Στην πραγματικότητα σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό: Κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ, πρέπει να διατηρεί τον έλεγχο των κρίσιμων ψηφιακών υποδομών, των δεδομένων και των τεχνολογιών που υποστηρίζουν τη λειτουργία της οικονομίας, της δημόσιας διοίκησης και των κρίσιμων υπηρεσιών. Η δυνατότητα λήψης αυτόνομων αποφάσεων και η αποφυγή στρατηγικών εξαρτήσεων αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της κυβερνοασφάλειας.
Η συζήτηση γύρω από το CSA2 αναδεικνύει και ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: πώς οικοδομούμε εμπιστοσύνη στις τεχνολογίες που χρησιμοποιούμε. Η απάντηση δεν βρίσκεται σε οριζόντιους αποκλεισμούς ούτε σε επιλογές που περιορίζουν την καινοτομία και τον ανταγωνισμό. Βρίσκεται στη δημιουργία ενός ισχυρού ευρωπαϊκού πλαισίου αξιολόγησης
κινδύνου, κοινών προτύπων και αξιόπιστων πιστοποιήσεων. Η εμπιστοσύνη στις ψηφιακές τεχνολογίες πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενική αξιολόγηση, διαφάνεια και επαλήθευση της ασφάλειας.
Αυτό είναι και το σημαντικότερο μήνυμα του Cybersecurity Act 2.0. Η κυβερνοασφάλεια δεν αποτελεί εμπόδιο στην καινοτομία · αποτελεί την προϋπόθεση για να αναπτυχθεί με ασφάλεια. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται ένα περιβάλλον όπου μπορούν να επενδύουν με βεβαιότητα, οι πολίτες χρειάζονται ψηφιακές υπηρεσίες που εμπιστεύονται και τα κράτη χρειάζονται την ικανότητα να προστατεύουν τις κρίσιμες λειτουργίες τους χωρίς να περιορίζουν την τεχνολογική εξέλιξη.
Το Cybersecurity Act 2.0 δεν είναι απλώς μια ακόμη ευρωπαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Είναι μια προσπάθεια να τεθούν οι βάσεις για μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην τεχνολογία, την οικονομία και την κοινωνία. Γιατί στην ψηφιακή εποχή, η κυβερνοασφάλεια δεν είναι πλέον μόνο θέμα προστασίας. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη, πλέον, αποτελεί το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μιας ψηφιακής οικονομίας.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Startupper MAG #75