Στη σύγχρονη αργκό του οικοσυστήματος, η λέξη “Startupper” φέρνει στο μυαλό hoodies, ανοιχτά γραφεία και pitch decks σε επενδυτές. Όμως, δεκαετίες πριν ο όρος μπει στο λεξιλόγιό μας, ένας Έλληνας είχε ήδη χαράξει αυτό το μονοπάτι.
Ο Δρ. Νίκος Αρβανιτίδης (Nik Arvanitidis) δεν είναι απλώς μια ιστορική αναφορά. Είναι ο «Πατριάρχης» των Ελλήνων tech entrepreneurs. Είναι ο άνθρωπος που απέδειξε πως το ελληνικό δαιμόνιο μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να ηγηθεί στην πιο σκληρή αρένα του πλανήτη: τη Silicon Valley.
Με αφορμή την κυκλοφορία της βιογραφίας του από την Άννα Γριμάνη, «Νικ Αρβανιτίδης – Ο Έλληνας της Silicon Valley» (Εκδόσεις Καστανιώτη), το Startupper.gr σκιαγραφεί το πορτρέτο του ανθρώπου που άνοιξε την κερκόπορτα της Αμερικής για τους Έλληνες ερευνητές.
Η φυγή από την Κομοτηνή και το στοίχημα της επιβίωσης
Η ιστορία του Νίκου Αρβανιτίδη δεν ξεκινά με κάποιο seed funding, αλλά με ένα οικογενειακό δράμα. Γεννημένος στην ελληνική επαρχία, βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται το 1954, όταν ο πατέρας του υφίσταται εγκεφαλικό επεισόδιο. Η οικονομική καταστροφή της οικογένειας θα μπορούσε να είναι το τέλος των ονείρων του, αλλά για τον νεαρό Νίκο λειτούργησε ως καύσιμο.
«Ο μόνος τρόπος να ελέγξω τη ζωή μου, είναι να έχω πτυχίο. Δεν ήθελα να μου καθορίζει άλλος το μέλλον μου», θα δηλώσει αργότερα. Το 1959, αφήνει πίσω του την Κομοτηνή για τις ΗΠΑ. Ξεκινά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Σιάτλ (Seattle University), δουλεύοντας παράλληλα σκληρά για να επιβιώσει.
Γράφοντας ιστορία στο Stanford
Το 1963, ο Αρβανιτίδης πετυχαίνει το αδιανόητο για την εποχή: γίνεται δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Stanford. Είναι ένας από τους πρώτους Έλληνες που διαβαίνουν την πύλη αυτού του θρυλικού ιδρύματος, ανοίγοντας τον δρόμο για τις επόμενες γενιές.
Εκεί ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του και στη συνέχεια το διδακτορικό του (PhD) στο τμήμα Engineering Economic Systems (πρόδρομο του σημερινού Management Science & Engineering), υπό την καθοδήγηση σπουδαίων καθηγητών όπως ο William Linvill. Η ακαδημαϊκή του αριστεία τον κρατά στο Stanford και ως διδάσκοντα, αλλά η ανήσυχη φύση του κοιτάζει ήδη προς την αγορά.
Serial Entrepreneur πριν γίνει “Trend”
Πολύ πριν γίνει μόδα η επιχειρηματικότητα, ο Αρβανιτίδης ρίσκαρε.
1968 – Intasa: Ιδρύει την πρώτη του εταιρεία, την Intasa, μια συμβουλευτική εταιρεία ανάλυσης συστημάτων στο Menlo Park, βάζοντας τα θεμέλια της επιχειρηματικής του σκέψης.
1981 – Sequus Pharmaceuticals: Το μεγάλο “boom”. Ιδρύει την Sequus (αρχικά γνωστή ως Liposome Technology Inc.), μια εταιρεία βιοτεχνολογίας που έμελλε να αλλάξει τον χάρτη της ιατρικής.
Ως CEO της Sequus για 15 χρόνια, ο Αρβανιτίδης οδήγησε την εταιρεία στην ανάπτυξη του Doxil (Doxorubicin liposome injection). Πρόκειται για ένα επαναστατικό αντικαρκινικό φάρμακο που έλαβε έγκριση από τον FDA για τη θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών και του μαστού, καθώς και για το σάρκωμα Kaposi. Η επιτυχία ήταν τεράστια: η εταιρεία μπήκε στον NASDAQ το 1987 και τελικά εξαγοράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δημιουργώντας υπεραξία εκατομμυρίων.
Ο «Γεφυροποιός» και το Silicon Valley Greek Seed Funding
Αν ρωτήσεις τους παλαιότερους Έλληνες της Valley, θα σου πουν ότι ο Νίκος Αρβανιτίδης ήταν πάντα εκείνο το «τηλεφώνημα» που έκαναν όταν έφταναν χαμένοι στην Καλιφόρνια.
Δεν αρκέστηκε στην προσωπική του επιτυχία. Λειτούργησε ως μέντορας. Ήταν αυτός που, ως καθηγητής στο Stanford, μεσολάβησε ώστε να γίνουν δεκτοί οι πρώτοι απόφοιτοι του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) το 1968, δημιουργώντας μια παράδοση αριστείας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Το 2009, αντιλαμβανόμενος την ανάγκη για οργανωμένη εξωστρέφεια, ίδρυσε το Silicon Valley Greek Seed Funding Group. Στόχος του; Να εντοπίσει και να χρηματοδοτήσει ελληνικές startups με προοπτική, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ της ελληνικής ευρηματικότητας και των αμερικανικών κεφαλαίων. Παράλληλα, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής πρωτοβουλιών όπως το Mindspace, εμπνέοντας φοιτητές να δουν την επιχειρηματικότητα ως μονόδρομο για την ανάπτυξη.
Το σήμερα: Ένας Active Mentor μεταξύ Αθήνας και San Francisco
Σήμερα, ο Νίκος Αρβανιτίδης κάθε άλλο παρά «συνταξιούχος» μπορεί να θεωρηθεί. Παραμένει μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια επιχειρηματικότητας και ένας ενεργός πολίτης του κόσμου.
Τα τελευταία χρόνια ζει μεταξύ του αγαπημένου του San Francisco και της Ελλάδας, διατηρώντας στενή επαφή με την πατρίδα. Συνεχίζει να λειτουργεί συμβουλευτικά για οργανισμούς και funds που στηρίζουν την ελληνική επιχειρηματικότητα. Έχει υπάρξει ένθερμος υποστηρικτής πρωτοβουλιών όπως το Mindspace και το The Hellenic Initiative, προσφέροντας όχι μόνο κεφάλαια αλλά –κυρίως– την ανεκτίμητη γνώση του αλλά και αφιερώνει χρόνο στη διατήρηση και καταγραφή της ιστορίας της ελληνικής διασποράς στην τεχνολογία, πιστεύοντας πως τα παραδείγματα του χτες είναι τα καύσιμα για το αύριο.
Όπως αναφέρει και στη βιογραφία του, η επιτυχία στη Silicon Valley δεν ήρθε επειδή ήταν Έλληνας, αλλά επειδή κατάλαβε νωρίς τους κανόνες του παιχνιδιού: Συνεργασία, Ρίσκο, Αριστεία. «Οι Έλληνες πρέπει να μάθουν να συνεργάζονται… Η έννοια του team building πρέπει να γίνει προτεραιότητα», έχει τονίσει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να ξεφύγουμε από το μοντέλο του “one-man show”.
