Παρά την οικονομική κρίση και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η Μεγάλη Βρετανία παραμένει ο πρώτος αποδέκτης άμεσων ξένων επενδύσεων και όπως φαίνεται από τις δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών και Πρώτου Υπουργού της χώρας, George Osborne, η βρετανική κυβέρνηση θα κάνει τα πάντα για να διατηρήσει αυτή τη ροή κεφαλαίων.
Σε πρόσφατη ομιλία του στο Government Communications Headquarters (GCHQ), στα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου, ανακοίνωσε ότι ένα σημαντικό κομμάτι από τον αμυντικό προϋπολογισμό της χώρας – ύψους 1,9 δισ. λιρών – θα διατεθεί για την ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών έως το 2020, οι οποίες θα σχετίζονται με την κρυπτογράφηση και την ανίχνευση κακόβουλου λογισμικού.
Συγκεκριμένα, το υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη εγκρίνει αύξηση των κονδυλίων χρηματοδότησης για την δημιουργία ενός Κρατικού Κέντρου Κυβερνοασφάλειας (National Cyber Centre), το οποίο θα λογοδοτεί απευθείας στον διοικητή του GCHQ – δημιουργώντας 1.900 νέες θέσεις εργασίας.
Παράλληλα, ανακοινώθηκε και η δημιουργία ενός οργανισμού χρηματοδότησης (Defence and Cyber Innovation Fund) για νεοφυείς επιχειρήσεις (όχι απαραίτητα βρετανικές), των οποίων οι δραστηριότητες θα σχετίζονται με την ασφάλεια του Διαδικτύου.
Έχει ήδη κατατεθεί πρόταση, σύμφωνα με την οποία οι ISPs (υπηρεσίες παροχής Διαδικτύου) θα είναι υποχρεωμένοι να καταγράφουν και να διατηρούν τα διαδικτυακές «συνήθειες» των πελατών τους, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό προφίλ για τον καθένα, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται το ιστορικό περιήγησης των τελευταίων 12 μηνών.
Επενδυτικά κεφάλαια για τον ίδιο σκοπό θα διατεθούν και το επενδυτικό πρόγραμμα της Passion Capital, το οποίο υποστηρίζεται από την βρετανική κυβέρνηση, μέσω ενός νεοϊδρυθέντος Cyber Security Incubator με το όνομα CyLon, του οποίου η δημιουργία συνδέεται με την «In-Q-Tel» (επενδυτικού βραχίονα της CIA).
Τέλος, περίπου 20 εκατ. λίρες θα διατεθούν για την δημιουργία του «Institute of Coding», ενός ιδρύματος στόχος του οποίου είναι η εκπαίδευση (και μετεκπαίδευση) εξειδικευμένου προσωπικού -όσον αφορά την Ανώτερη Εκπαίδευση – καλύπτοντας τα όποια «κενά» του εκπαιδευτικού συστήματος.
Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι η βρετανική κυβέρνηση επιθυμεί να δημιουργήσει ένα ισχυρό αίσθημα ασφάλειας, το οποίο θα εκμεταλλευτεί για την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα συμβάλλουν στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης που γνωρίζει το τελευταίο διάστημα η Μεγάλη Βρετανία, ξεκινώντας από την πόλη του Λονδίνου.
