StartUpper

Μονοκλωνικά αντισώματα: Δεν θα μας σώσουν (ακόμα)

Τα μονοκλωνικά αντισώματα δεν ενδείκνυνται για όλους τους ασθενείς, παράγονται δύσκολα και απαιτούν πολύ χρόνο και κόστος και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστούν τα εμβόλια.

Η  πρώτη παρτίδα του φαρμάκου των εταιρειών Regeneron-Roche κατά του κορωνοϊού, το οποίο είναι βασισμένο σε μονοκλωνικά αντισώματα, βρίσκεται ήδη στην Ελλάδα, αποθηκευμένο υπό ειδικές συνθήκες και η χορήγησή του αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα, μόλις δοθεί η επίσημη έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA). Στόχος της θεραπείας έγχυσης μονοκλωνικών αντισωμάτων (mAb) είναι η αποτροπή της επιδείνωσης της νόσου, η πρόληψη νοσηλειών και κυρίως διασωληνώσεων και η μείωση του ιικού φορτίου και  της σοβαρότητας των συμπτωμάτων. Ωστόσο, όπως επιβεβαιώνει και η Καθηγήτρια Βιολογίας- Νανοϊατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, κα Μαρία Γαζούλη, αυτά τα αντισώματα δεν ενδείκνυνται για όλους τους ασθενείς, παράγονται δύσκολα και απαιτούν πολύ χρόνο και κόστος και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστούν τα εμβόλια, οπότε όσοι ανεμβολίαστοι βιάστηκαν να χαρούν για το ότι δεν χρειάζονται πλέον το εμβόλιο, καθώς θα τους χορηγηθούν αμέσως μονοκλωνικά, μάλλον θα πρέπει, προς το παρόν, να συγκρατήσουν την αισιοδοξία τους. Δυστυχώς, τα μονοκλωνικά δεν είναι άμεση και ευρεία λύση για τη COVID-19, γιατί δεν επαρκούν για μαζική διάθεση, ούτε υπάρχει η δυνατότητα μαζικής παραγωγής.

Η θεραπεία δεν ενδείκνυται για όλους τους ασθενείς

«Τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι παρόμοια με αυτά που το ανθρώπινο σώμα θα δημιουργούσε φυσικά ως απόκριση στη μόλυνση. Ωστόσο, παράγονται σε εργαστήριο και έχουν σχεδιαστεί για να αναγνωρίζουν ένα συγκεκριμένο συστατικό αυτού του ιού, την πρωτεΐνη ακίδας στο εξωτερικό του κέλυφος. Στοχεύοντας την πρωτεΐνη ακίδας παρεμβαίνουν στην ικανότητα του ιού να προσκολλάται και να εισέρχεται στα ανθρώπινα κύτταρα, δίνοντας ένα στήριγμα στο ανοσοποιητικό σύστημα μέχρι να μπορέσει να ανταποκριθεί», εξηγεί η επιστήμονας. Σύμφωνα με την ίδια, η θεραπεία με μονοκλωνικά αντισώματα χορηγείται ενδοφλέβια μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον και χρειάζεται περίπου μία ώρα για τη χορήγηση και μια ώρα επιπλέον για την παρακολούθηση. Μπορεί να γίνει και χρήση υποδόρια για προληπτικούς λόγους. Μια πιθανή παρενέργεια της θεραπείας είναι η αλλεργική αντίδραση, η οποία εμφανίζεται συνήθως μόνο κατά τη διάρκεια της έγχυσης ή αμέσως μετά. «Για να είναι πιο αποτελεσματική η θεραπεία με μονοκλωνικά αντισώματα πρέπει να εφαρμόζεται σε ασθενείς που βρίσκονται σε αρχικά στάδια της νόσου καθώς και σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, όπου η έγκαιρη λήψη της θα απομακρύνει την πιθανότητα νοσηλείας τους. Η θεραπεία είναι πραγματικά πιο αποτελεσματική αν εφαρμοστεί μέσα στις πρώτες 3 έως 5 ημέρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων», εξηγεί η ελληνίδα καθηγήτρια, συμπληρώνοντας πως ένα άτομο πληροί τις προϋποθέσεις για θεραπεία ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νόσου, όταν είναι θετικό για COVID-19, έχει συμπτώματα λιγότερες από 10 ημέρες, δεν νοσηλεύεται ή δεν λαμβάνει οξυγόνο λόγω της COVID-19 ή όταν ανήκει στις ομάδες υψηλού κινδύνου για σοβαρή νόσηση, δηλαδή είναι ηλικίας 65 ετών και άνω, είναι υπέρβαρο (δείκτης μάζας σώματος άνω του 25), είναι γυναίκα σε κατάσταση εγκυμοσύνης, πάσχει από χρόνια νεφρική νόσο ή διαβήτη (Τύπου 1 και Τύπου 2), έχει εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, λαμβάνει ανοσοκατασταλτική θεραπεία, πάσχει από καρδιαγγειακή νόσο/υπέρταση, χρόνια πνευμονοπάθεια, δρεπανοκυτταρική αναιμία ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Τα άτομα που δεν είναι επιλέξιμα για αυτήν τη θεραπεία είναι άτομα που νοσηλεύονται για COVID-19, χρειάζονται οξυγονοθεραπεία ή αύξηση του βασικού ρυθμού ροής οξυγόνου λόγω της COVID-19,  υποβάλλονται σε χρόνια οξυγονοθεραπεία λόγω υποκείμενης συννοσηρότητας που δεν σχετίζεται με τη COVID-19 ή  έχουν αλλεργία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του φαρμάκου. «Nα σημειωθεί ότι τα μονοκλωνικά αντισώματα έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά, αλλά απαιτούνται περισσότερα δεδομένα για την πλήρη έγκριση τους. Προς το παρόν είναι διαθέσιμα μόνο μέσω Άδειας Χρήσης Έκτακτης Ανάγκης», επισημαίνει η κα. Γαζούλη.

Ακριβή και χρονοβόρα η παραγωγή  μονοκλωνικών αντισωμάτων

Τα μονοκλωνικά αντισώματα παράγονται είτε μέσω κυττάρων «Β» του ανοσοποιητικού συστήματος ασθενούς που έχει αναρρώσει από μια λοίμωξη (π.χ. SARS-CoV-2), είτε μέσω εργαστηριακής παραγωγής. Σύμφωνα με την κα. Γαζούλη, η παραγωγή αντισωμάτων είναι ακριβή λόγω της δύσκολης διαδικασίας απομόνωσης και ποιοτικού ελέγχου χιλιάδων υποψηφίων αντισωμάτων, η οποία μπορεί να διαρκέσει έως και ένα χρόνο και απαιτεί μεγάλη τεχνική εξειδίκευση. «Αυτή η διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει τον έλεγχο των ανθρώπινων ανοσοποιητικών κυττάρων από δωρητές για να διαπιστωθεί εάν παράγουν καλά αντισώματα ή τη μόλυνση πειραματοζώων που έχουν τροποποιηθεί γενετικά για να μιμούνται το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα. Καθώς ο ιός μεταλλάσσεται, νέα αντισώματα πρέπει να εντοπιστούν και να αξιολογηθούν με μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και έχει κόστος. Η κλιμάκωση της παραγωγής δεν είναι απλή. Η παραγωγή αντισωμάτων τυπικά μετριέται με γραμμάρια και όχι με τόνους και κατά μέσο όρο η παραγωγή 1 γραμμαρίου αντισώματος κοστίζει από 95 έως 200 δολάρια. Αυτό το κόστος δεν περιλαμβάνει την έρευνα, την ανάπτυξη ή την έγχυση σε έναν ασθενή. Το κόστος δημιουργίας των αντισωμάτων είναι υψηλό επειδή αυτά πρέπει να «χτιστούν» μέσα στα κύτταρα των θηλαστικών για να διατηρηθούν στη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι τα κύτταρα χρειάζονται ένα «σπίτι» με θερμοκρασία σώματος, υγρά, θρεπτικά συστατικά και μόρια κυτταρικής σηματοδότησης που να δίνουν την εντολή: “Ναι, συνεχίστε να παράγετε αντισώματα”. Ένα μόνο γραμμάριο αντισώματος απαιτεί περίπου ένα λίτρο ή περισσότερο δαπανηρής καλλιέργειας με θρεπτικά συστατικά για να παραχθεί», καταλήγει η διακεκριμένη ελληνίδα ερευνήτρια.

Μονοκλωνικά αντισώματα ή εμβόλιο;

Μέχρι σήμερα, 4 μονοκλωνικά αντισώματα για τη COVID-19 έχουν λάβει θετική γνωμοδότηση για χρήση σε επείγουσα βάση, καθότι βρίσκονται ακόμα υπό αξιολόγηση προκειμένου να λάβουν πλήρη αδειοδότηση κυκλοφορίας. Η χρήση των μονοκλωνικών αντισωμάτων στο πλαίσιο κλινικών πρωτοκόλλων οδήγησε σε μείωση των νοσηλειών και των θανάτων σε ασθενείς με COVID-19, καθώς και γρηγορότερη μείωση του ιικού φορτίου του SARS-CoV-2, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Ωστόσο συγκριτικά με τον εμβολιασμό, η θεραπεία με μονοκλωνικά αντισώματα έπεται. «Ένα από τα πλεονεκτήματα των εμβολίων είναι ότι ο οργανισμός αναπτύσσει την ικανότητα να δημιουργεί αντισώματα δηλαδή, αναπτύσσει ανοσολογική μνήμη και μπορεί να ανταποκριθεί γρήγορα εάν εμφανιστεί η λοίμωξη. Η θεραπεία με μονοκλωνικά αντισώματα μπορεί να εξουδετερώσει τον ιό, αλλά είναι αποτελεσματική μόνο για λίγους μήνες. Ένα εμβόλιο προσφέρει σημαντική προληπτική  προστασία και για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ο ιός θα συνεχίσει να μεταλλάσσεται και εμείς θα συνεχίσουμε να βλέπουμε την εμφάνιση διαφορετικών στελεχών. Και καθώς ο ιός θα μεταλλάσσεται, τα μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν στην αρχική μορφή του ιού μπορεί να γίνουν λιγότερο χρήσιμα. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα επιβραδύνουμε τον ρυθμό των μεταλλάξεων και της ανάπτυξης νέων στελεχών είναι ο εμβολιασμός μεγάλης κλίμακας. Η θεραπεία με μονοκλωνικά μπορεί να είναι σημαντικά αποτελεσματική στα άτομα που είναι κατάλληλα να τη λάβουν, αλλά δεν υποκαθιστά τον εμβολιασμό. Η κοινότητα πρέπει να ενεργοποιηθεί και ο ρυθμός εμβολιασμού πρέπει να ενταθεί για να σπάσει η αλυσίδα μετάδοσης του ιού», συνιστά η επιστήμονας.

 

Μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα
Ακολουθήστε μας στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις