StartUpper

Η επιχειρηματικότητα «σώζει» τον πλανήτη;

Με αφορμή την παγκόσμια μέρα περιβάλλοντος εξετάζουμε τη νέα πραγματικότητα στις επιχειρήσεις: Την βιώσιμη ανάπτυξη και λειτουργίες με στρατηγικές και αρχές που κάνουν καλό στον ίδιο τον οργανισμό, στην κοινωνία αλλά και το περιβάλλον,

Όλο και περισσότερες εταιρείες, είτε επειδή έχουν οικολογικές ανησυχίες είτε επειδή τις εξαναγκάζουν οι συνθήκες και οι τάσεις της εποχής, προσπαθούν να αναπτύξουν νέα μοντέλα και στρατηγικές λειτουργίας και επιχειρηματικότητας φιλικές προς το περιβάλλον. Όταν όμως για περίπου δύο αιώνες η επιχειρηματική δράση εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ ταυτόχρονα ήταν εξαιρετικά σπάταλη στους φυσικούς πόρους, η μετάβαση και μάλιστα με γρήγορους ρυθμούς σε εκ διαμέτρου αντίθετες πρακτικές είναι μια πρόκληση που απαιτεί δύσκολες αποφάσεις, επενδύσεις και εναγκαλισμό με νέες καινοτόμες ιδέες και πρακτικές.

Όταν ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας Marc Carney, κάπου στο τέλος του 2019, ανέφερε δημοσίως ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα έχει μεγάλες και καταστροφικές ίσως επιπτώσεις στο χρηματο-πιστωτικό σύστημα, αν συνεχίσουμε με αυτούς τους ρυθμούς, αντιλαμβανόμαστε όλοι, έστω και την τελευταία στιγμή, ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.

Μόλις εδώ και 4-5 έτη μεγάλες εταιρείες και επενδυτικοί οίκοι έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται ενεργά στους περιβαλλοντολογικούς στόχους του ΟΗΕ, αλλά και πάλι δεν φαίνεται να είναι αρκετή, με τον Marc Carney να υπογραμμίζει ότι σε αντίθετη περίπτωση περιουσιακά στοιχεία πολύ απλά θα «ακυρωθούν» ή θα εξαφανιστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Οι εταιρείες πρέπει να γίνουν αυτό που με δυο λέξεις ονομάζεται «φιλικές και βιώσιμες» προς το περιβάλλον καταφέρνοντας παράλληλα να παραμείνουν και εμπορικά βιώσιμες. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια δύσκολη συνθήκη που απαιτεί την εξεύρεση νέων ισορροπιών τόσο στο εσωτερικό των εταιρειών, όσο και στην επαφή τους με το καταναλωτικό κοινό. Όμως, ακόμη και εταιρείες που αποτελούν όχι απλώς εμπορικούς κολοσσούς, αλλά πυλώνες της παγκόσμιας οικονομίας, εδώ και κάποιο καιρό δείχνουν αποφασισμένες να αποκτήσουν την ταυτότητα «βιώσιμη και φιλική» συμπαρασύροντας έτσι όλη την πυραμίδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν πετρελαϊκοί κολοσσοί όπως η BP, που επενδύουν τεράστια ποσά τα τελευταία χρόνια σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλά και στην αντικατάσταση των βενζινάδικών τους στα οδικά δίκτυα με σταθμούς φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων με τον παράλληλο και σχετικά «βίαιο» εξηλεκτρισμό της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Κάθε εταιρεία πρέπει να καταφέρει να πετύχει διαφόρους στόχους, ώστε να μπορεί να δηλώνει βιώσιμη και φιλική ως προς το περιβάλλον. Θα πρέπει να περιορίζει, μέχρις οριστικής εξαφανίσεως, το αποτύπωμα άνθρακα. Θα πρέπει δηλαδή η παραγωγή και γενικότερα η λειτουργίας της να μην παράγει βλαβερά για την ατμόσφαιρα αέρια όπως το διοξείδιο του άνθρακα. Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι πρακτικά επιβεβλημένη για την επίτευξη αυτού του στόχου. Από την άλλη, η εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων είναι μια εκ βάθρων διατάραξη του παγκόσμιου επιχειρηματικού και οικονομικού συστήματος, μια και ένα μεγάλο μέρος των επενδυμένων 120 τρισ. δολαρίων από τράπεζες και επενδυτικούς οίκους έχουν σχέση με τα ορυκτά καύσιμα.

Θα πρέπει επίσης η εταιρεία να βρει τρόπους περιορισμού της χρήσης νερού αλλά και μείωσης των αποβλήτων της. Θα πρέπει παράλληλα με όλα αυτά να αρχίσει να χρησιμοποιεί φιλικά στο περιβάλλον και ανακυκλώσιμα υλικά για τα προϊόντα της. Ακόμη και αν μια εταιρεία καταφέρει να πετύχει όλους αυτούς τους στόχους στο ανώτατο επίπεδο, υπάρχουν και άλλα περιθώρια για να απόκτηση «πράσινων διαπιστευτηρίων». Μπορεί να έρθει σε επαφή με περιβαλλοντικές οργανώσεις και να συνδέσει τη λειτουργία της με διάφορων ειδών δράσεις. Μπορεί, για παράδειγμα, κάθε προϊόν που πουλά μια εταιρεία να το συνδέει με το φύτεμα ενός δέντρου ή με κάποια άλλη παρόμοια δράση.

Ακόμη όμως και αν ο επιχειρηματικός κόσμος είναι σε σημαντικό ποσοστό από διστακτικός έως και αρνητικός για τη μετάβαση στην εποχή της βιώσιμης και φιλικής στο περιβάλλον επιχειρηματικότητας, σύντομα θα υποχρεωθεί να αλλάξει στάση, αφού ο κόσμος των επενδυτών στρέφεται πλέον σε πράσινους δρόμους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της BlackRock, της μεγαλύτερης εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίων στον κόσμο, αφού διαχειρίζεται το ιλιγγιώδες ποσό των 7 τρισ. δολαρίων. Ο ιδρυτής της και διευθύνων σύμβουλος Λάρι Φινκ ενημέρωσε πρόσφατα τον επιχειρηματικό κόσμο ότι θα αρχίσει να αποσύρεται από επενδύσεις που παρουσιάζουν υψηλό ρίσκο βιωσιμότητας και θα αρχίσει να προσφέρει τα κεφάλαια της εταιρείας του σε επιχειρήσεις που προσπαθούν να μειώσουν το αποτύπωμα άνθρακα στον πλανήτη.

Ο παράγοντας millennials

Ο όρος «millennials» αναφέρεται σε όσους έχουν γεννηθεί στο χρονικό διάστημα 1980-2000. Αποτελούν αυτήν τη στιγμή το μεγαλύτερο δημογραφικά εργατικό δυναμικό στον κόσμο και, καθώς η αγοραστική του δύναμη αυξάνεται, επηρεάζουν σοβαρά τις καταναλωτικές συμπεριφορές και τάσεις. Οι έρευνες δείχνουν ότι το 75% των millennials είναι διατεθειμένο να πληρώσει περισσότερο για να αποκτήσει ένα προϊόν φιλικό προς το περιβάλλον. Πολλές εταιρείες όλων των τομέων βρίσκονται σε φάση μετεξέλιξης των μεθόδων παραγωγής τους, ώστε το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα να είναι όσο το δυνατόν μικρότερο. Κολοσσοί όπως η Amazon και η Apple έχουν ανακοινώσει ότι μέχρι το 2030 θα έχουν μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα.
Οι millennials ανάμεσα στα άλλα παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά στην κουλτούρα της ενοικίασης. Προτιμούν να νοικιάζουν ακόμη και τα ρούχα τους μέσα από τέτοιου είδους υπηρεσίες και Startups. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει μια ευεργετική για το περιβάλλον «περιστροφή» αγαθών. Παράλληλα, όπου είναι εφικτό, επιλέγουν τις online αγορές, γεγονός που έχει δημιουργήσει μια νέα τάση εφοδιαστική αλυσίδα, η οποία αρχίζει και χρησιμοποιεί μεθόδους και υλικά συσκευασίας φιλικά προς το περιβάλλον. Οι millennials αναπτύσσουν επίσης μια κουλτούρα να ενοικιάζουν σπίτι, να κυκλοφορούν με μέσα μαζικής μεταφοράς, να ακολουθούν υγιεινή διατροφή και να ενισχύουν εταιρείες που εμπεριέχουν στη λογική και τη λειτουργία τους κάποιο κοινωφελή σκοπό και όχι αποκλειστικά το κέρδος. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι millennials αποτελούν το μέλλον της κυκλικής οικονομίας, αφού υποχρεώνουν ακόμη και εταιρείες που δεν το επιθυμούν να αλλάξουν στρατηγική και να κινηθούν σε μονοπάτια που περνούν από την προστασία του περιβάλλοντος.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε και το γεγονός ότι οι millennials αρχίζουν και καταλαμβάνουν τα ηνία μεγάλων, ακόμα και παγκόσμιων, οικογενειακών κατά βάση επιχειρήσεων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στις στρατηγικές βιωσιμότητας που θα υλοποιηθούν από αυτές τις

Η λεπτή γραμμή κέρδους και βιώσιμης ανάπτυξης

Διάφορες μελέτες δείχνουν ότι οι σωστές πρακτικές βιωσιμότητας συσχετίζονται με χαμηλότερο λειτουργικό κόστος, καλύτερη κερδοφορία και ανώτερη απόδοση τιμών μετοχών. Οι μελέτες αυτές αναφέρουν ότι οι εταιρείες που διαχειρίζονται καλύτερα τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές τους επιπτώσεις και έχουν καλύτερες πρακτικές διακυβέρνησης (ESG) είναι πιο κερδοφόρες μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και οι Arabesque Partners διεξήγαγαν μια μετα-μελέτη με τίτλο «Από τον μέτοχο στον ενδιαφερόμενο». Η μελέτη έδειξε ότι υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ επιχειρηματικών πρακτικών που αγκαλιάζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και την οικονομική κερδοφορία. Η μελέτη αναφέρει ότι εταιρείες με σταθερές πρακτικές βιώσιμης ανάπτυξης έχουν καλύτερη λειτουργική απόδοση, με αποτέλεσμα τελικά την παρουσία συνεχών ταμειακών ροών. Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, οι συνετές πρακτικές βιώσιμης ανάπτυξης έχουν θετική επίδραση στις αποδόσεις των επενδύσεων.


Οι παγκόσμιες εργαλειοθήκες της βιώσιμης ανάπτυξης

Υπάρχουν αρκετές πλατφόρμες και πρωτοβουλίες για το πώς θα κάνουμε τον πλανήτη ένα καλύτερο μέρος για όλους μας, αλλά και για να αντιστρέψουμε ό,τι κακό του έχουμε προξενήσει. Η πιο γνωστή και αποδεκτή εργαλειοθήκη είναι οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) του ΟΗΕ.

Οι ΣΒΑ του ΟΗΕ (Sustainable Development Goals-SDG, στα αγγλικά) αποτελούν σήμερα μία παγκόσμια, αναγνωρίσιμη και αποδεκτή πλατφόρμα δράσεων και επικοινωνίας, που στοχεύει, μέσω της επίτευξης 17 στόχων και 169 υποστόχων, στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, στην αποκατάσταση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας του πλανήτη και στην οικονομική ευημερία.

Εφόσον υλοποιηθούν, οι SDGs αποτελούν απάντηση στα κρίσιμα παγκόσμια ζητήματα, όπως για παράδειγμα, η κλιματική αλλαγή, η ανεπάρκεια των φυσικών πόρων, η ανεξέλεγκτη διάθεση απορριμμάτων, η απώλεια βιοποικιλότητας και η αδυναμία πρόσβασης μεγάλου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού σε τροφή, ενέργεια, υπηρεσίες υγείας, υγιεινής και μόρφωσης. Κυβερνήσεις, κοινωνία και, βεβαίως, επιχειρήσεις οφείλουν να αντιληφθούν το μέγεθος της πρόκλησης και να συμβάλουν στην αντιμετώπισή της. Οι υπεύθυνες επιχειρήσεις έχουν υιοθετήσει τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και αναγνωρίζουν ότι η ενσωμάτωση επιλεγμένων, σύμφωνα με τη δραστηριότητά τους, SDGs στη στρατηγική τους ενισχύει την επιχειρηματική τους αξία, βελτιώνει τη διαχείριση του επιχειρηματικού ρίσκου και διασφαλίζει την αποδοχή τους από τις κοινωνίες μέσα στις οποίες λειτουργούν. Εννέα στις δέκα επιχειρήσεις θεωρούν αρκετά έως εξαιρετικά σημαντική την ενσωμάτωση των SDGs στη στρατηγική τους, ενώ πάνω από έξι στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζονται ώριμες να προχωρήσουν με την ενσωμάτωση των SDGs στη στρατηγική τους. Από τις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις, περίπου μία στις δύο εμφανίζεται έτοιμη προς την κατεύθυνση αυτή. Η σπουδαιότητα των SDGs αναγνωρίζεται ακόμη και από την πλειονότητα των επιχειρήσεων που δεν έχουν ξεκινήσει την ενσωμάτωση, διαφαίνεται, όμως, ότι η εφαρμογή τους δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Η Συμφωνία του Παρισιού και η Ευρωπαϊκή Ένωση
Η Συμφωνία του Παρισιού είναι μια συμφωνία στο πλαίσιο της Σύμβασης Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC), που ασχολείται με τη μείωση των εκπομπών αερίου, την προσαρμογή και τις οικονομικές της λεπτομέρειες, η οποία υπογράφηκε το 2016. Ο μακροπρόθεσμος στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού είναι η προσπάθεια διατήρησης της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας κάτω από 2°C, σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, και τη συνέχιση των καταβαλλόμενων προσπαθειών, ώστε να μην υπερβεί η αύξηση τον 1,5°C, προκειμένου να αποφευχθούν οι καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Η συμφωνία έχει υπογραφεί από 194 χώρες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όλα τα κράτη-μέλη έχουν υπογράψει ανεξάρτητα, αλλά διατηρούν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τα ετήσια όρια εκπομπών της ΕΕ. Για να υλοποιηθεί η Συμφωνία του Παρισιού, τα συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων και η ΕΕ, οφείλουν να θέτουν κλιματικούς στόχους και να κοινοποιούν τις εθνικά καθορισμένες συνεισφορές τους (NDC) ανά πενταετία ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της Συμφωνίας του Παρισιού. Η ΕΕ ήταν η πρώτη μεγάλη οικονομία που έθεσε φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου βάσει της Συμφωνίας του Παρισιού. Ο τρέχων στόχος της ΕΕ είναι να μειώσει τις εκπομπές του διοξειδίου κατά 40% μέχρι το 2030, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Ωστόσο, υπάρχει πίεση για την αύξηση αυτού του ποσοστού.

Sustainable Greece 2020

Η Πρωτοβουλία Sustainable Greece 2020 στοχεύει, μέσω ενός διευρυμένου διαλόγου, να συμβάλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για τη δημιουργία ενός μοντέλου ανάπτυξης που θα στηρίζει την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια δημιουργώντας μια βιώσιμη οικονομία και κοινωνία. Οι επιχειρήσεις που ξεχωρίζουν ως εταιρείες βιώσιμης ανάπτυξης στην Ελλάδα λαμβάνουν ένα ειδικό σήμα, το οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν προς όλα τα κοινά τους. Στις εταιρείες που έχουν διακριθεί συμπεριλαμβάνονται οι:
Alumil, Genesis Pharma, IMERYS Βιομηχανικά Ορυκτά Ελλάς, Interamerican, LIDL Hellas & ΣΙΑ, Mitsis Hotels, MSD – MERCK Sharp & Dohme, MYTILINEOS, Polyeco, Quest Συμμετοχών, ΤΟΥΟΤΑ Ελλάς, ΕΛΒΑΧΑΛΚΟΡ, Ελληνικά Πετρέλαια, Ελληνικός Χρυσός, Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε.Γ.Α., ΗΡΑΚΛΗΣ Όμιλος Εταιρειών, ΜΕΓΑ Προϊόντα Ατομικής Υγιεινής, Όμιλος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη, ΟΠΑΠ, ΟΤΕ Όμιλος Εταιρειών, ΠΑΕΓΑΕ, Τιτάν, Τράπεζα Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς και ΥΓΕΙΑ.

Πράσινη και κυκλική οικονομία

Αναλυτές εκτιμούν ότι ο τομέας της πράσινης οικονομίας από μόνος του θα μπορούσε με τις κατάλληλες πολιτικές να δημιουργήσει μελλοντικά 18 εκατομμύρια θέσεις εργασίας παγκοσμίως. Πάνω από 1,47 δισεκατομμύρια θέσεις εργασίας παγκοσμίως εξαρτώνται από την κλιματική αλλαγή, ενώ έως και το 85% των θέσεων εργασίας το 2030 θα είναι σε αντικείμενα που ακόμα δεν υπάρχουν. Οδεύοντας προς την κυκλική οικονομία, χωρίς την ανάπτυξη των απαραίτητων δεξιοτήτων εκτιμάται ότι η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να χάσει έως και 71 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Κατά τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, ορισμένοι τομείς θα πληγούν περισσότερο από άλλους, ιδίως οι τομείς της ενέργειας, της αυτοκινητοβιομηχανίας αλλά και των μεταφορών, ειδικά των θαλάσσιων. Οι καταναλωτές θα αλλάξουν νοοτροπία και συμπεριφορές και οι εταιρείες θα πρέπει να προσφέρουν κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμες λύσεις για να γίνουν πιο ελκυστικές. Θα υπάρξει στροφή προς την παραγωγή περισσότερο βιώσιμων προϊόντων και την παροχή υπηρεσιών για την παράταση της διάρκειας ζωής τους.

Ανταγωνιστικά προϊόντα

Η κυκλική οικονομία είναι ένα οικονομικό μοντέλο που εστιάζει στη μείωση της σπατάλης των πόρων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση ανανεώσιμων πόρων, φυτικών και ζωικών υποπροϊόντων και βιοαποικοδομήσιμων υλικών, την ανάκτηση και την επαναχρησιμοποίηση προϊόντων, αλλά και την παραγωγή ενέργειας από τα απόβλητα παραγωγικών διαδικασιών, τη διατήρηση ενός προϊόντος σε καλή λειτουργική κατάσταση για μακρύ χρονικό διάστημα, τη χρησιμοποίηση προϊόντων για την παροχή υπηρεσιών σε πολλαπλούς χρήστες (sharing economy), και τη χρήση της υπηρεσίας που προσφέρει ένα προϊόν και όχι την κατοχή αυτού του ίδιου του προϊόντος.

Η κυκλική οικονομία αποτελεί μια μετεξέλιξη της ανακύκλωσης, αλλά με μια σημαντική διαφορά: Στην ανακύκλωση, ένα χρησιμοποιημένο προϊόν αποσυντίθεται σε πρώτες ύλες που ανακτώνται προς επαναχρησιμοποίηση στην παραγωγή νέων προϊόντων. Στην κυκλική οικονομία, το προϊόν σχεδιάζεται εξαρχής, έτσι ώστε να μπορεί να γίνεται ανακατασκευή και επαναμεταποίηση, για να επαναχρησιμοποιηθεί ως καινούργιο. Με αυτόν τον τρόπο σταματά η αλόγιστη εξάντληση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του πλανήτη και η καταστροφή του περιβάλλοντος.

Ό,τι προηγουμένως θεωρούνταν «απόβλητο», μπορεί να μετατραπεί σε πρώτη ύλη. Ταυτόχρονα, απαιτεί τη συμμετοχή και τη δέσμευση πολλών διαφορετικών ομάδων ανθρώπων, με τις επιχειρήσεις να έχουν κεντρικό ρόλο για την αλλαγή του υπάρχοντος συστήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο ο επιχειρηματικός κόσμος μπορεί να αδράξει τις ευκαιρίες που προσφέρονται για την παράταση της διάρκειας ζωής των προϊόντων και τη δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων που θα διαρκούν πολύ περισσότερο. Ο σχεδιασμός για την κυκλικότητα είναι το σημείο έναρξης της ανάπτυξης κάθε νέου προϊόντος ή υπηρεσίας στην κυκλική οικονομία. Αυτοκίνητα, υπολογιστές, οικιακές συσκευές, συσκευασίες και πολλά άλλα προϊόντα μπορούν να σχεδιαστούν µε γνώμονα την ανθεκτικότητα, την επαναχρησιμοποίηση, την επισκευή, την ανακατασκευή και την ανακύκλωση.

Η ενίσχυση της συνεργασίας σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα μπορεί να μειώσει τόσο τα κόστη όσο και τα απόβλητα και την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Οι εξελίξεις στην περιβαλλοντική καινοτομία εξασφαλίζουν νέα προϊόντα, διεργασίες, τεχνολογίες και οργανωτική δομή. Όπως αναφέρει το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, η κυκλική οικονομία έχει τη δυνατότητα να παράγει καθαρό οικονομικό όφελος ύψους 1,8 τρισ. ευρώ έως το 2030, να αποφέρει περισσότερες από 1 εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας στην ΕΕ και να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.

 

 

Μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα
Ακολουθήστε μας στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.